Οι δυσώδεις αναθυμιάσεις του ευρωπαϊκού οικοδομήματος

Οι δυσώδεις αναθυμιάσεις του ευρωπαϊκού οικοδομήματος

Το έβδομο άρθρο της σειράς Οι «έντιμοι» συκοφάντες της Ελλάδας του Σωκράτη Σίσκου

Το σκάνδαλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 1999 και τα διπλά λογιστικά βιβλία της Eurostat

Οι «έντιμοι» συκοφάντες της Ελλάδας:

ΟΙ ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΛΙΤ

Το σκάνδαλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 1999 και τα διπλά λογιστικά βιβλία της Eurostat

Μια σειρά άρθρων της ίδιας θεματολογίας

——————————————————————————————————————–

Το σκάνδαλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 1999 και τα διπλά λογιστικά βιβλία της Eurostat

Άρθρο Νο 7, του Σωκράτη Β. Σίσκου

Η ευρωομάδα (ή Γιούρογκρουπ), αποτελεί τον πραγματικό κι’ ανάλγητο κυβερνήτη των ευρωπαϊκών λαών. Επιβάλλει τις αποφάσεις του, μετά από υποδείξεις των ισχυρών της Ευρωζώνης, όχι με αποτελεσματικά μέσα άλλων εποχών (τανκς ή πολεμικό στόλο), αλλά με την παντοδύναμη οικονομική ασφυξία των «ατίθασων» λαών της ΕΕ που εναντιώνονται στις αποφάσεις των κερδοσκόπων. Τα συνεχώς επαναλαμβανόμενα φληναφήματα περί δημοκρατίας, αλληλεγγύης, ισονομίας, ευρωπαϊκών οραμάτων και πολιτιστικών αξιών, είναι από εδώ και πέρα για τους αφελείς. Η καρδιά του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, η πανίσχυρη κι’ ανεξέλεγκτη Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Γιούρογκρουπ, άρχισαν να μετατρέπονται σε άντρα διαπλοκής και διαφθοράς. Οι επίτροποι και οι οικονομικοί υπουργοί (ενταγμένοι στο γκρουπ των ισχυρών) περιμένουν υπάκουα το νεύμα από το «αφεντικό»{1} για να αποφασίσουν, αν και όλοι κραυγάζουν πανηγυρικά πως «είναι ισότιμοι εταίροι». Το Ευρωκοινοβούλιο, μετά από ατέρμονες φιλολογικές συζητήσεις, καταλήγει πάντα να εγκρίνει όλες σχεδόν τις αποφάσεις των δυο αυτών οργάνων, αφού αυτές λαμβάνονται πρώτα πίσω από τα παρασκήνια, μετά από διαβουλεύσεις και συμφωνίες των ισχυρότερων χωρών της Ένωσης, έστω κι’ αν πλήττουν ζωτικά συμφέροντα των μικρών χωρών. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επεμβαίνει δυναμικά μόνον όταν ένα σοβαρό ηθικό γεγονός, μπορεί να προκαλέσει αναστατώσεις και διαμαρτυρίες σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Όπως έγινε με το σκάνδαλο της Επιτροπής το 1999, πριν καλά καλά αρχίσει η εφαρμογή της Συνθήκης του Άμστερνταμ, όταν πρόεδρός της ήταν ο Λουξεμβούργιος Ζακ Σαντέρ. Το κλίμα της διαφθοράς είχε αρχίσει να φουντώνει φανερά και ξεδιάντροπα αρκετά χρόνια πριν, όταν οι διαπλεκόμενοι διατυμπάνιζαν πως «κι’ αυτοί δεν έκαναν τίποτε περισσότερο από ό,τι έκαναν όλοι οι άλλοι».

Η Επιτροπή του Ζακ Σαντέρ διορίστηκε στις 25 Ιανουαρίου 1995 και παραιτήθηκε ομαδικά στις 15 του Μάρτη 1999, μετά το μεγάλο σκάνδαλο που ξέσπασε, από τον παράνομο διορισμό ενός οδοντιάτρου ως συμβούλου της πρώην γαλλίδας πρωθυπουργού και μετέπειτα διορισμένης επιτρόπου στην Κομισιόν Εντίτ Κρεσόν. Η καταγγελία έγινε από τον ολλανδό ευρωβουλευτή Πολ βαν Μπουιτένεν, ο οποίος παρά τις απειλές και τις συκοφαντικές κατηγορίες εναντίον του, επέμενε στη διερεύνηση των αποκαλύψεών του. Ακολούθησαν έρευνες στις οποίες διαπιστώθηκαν συστηματικές παράνομες ενέργειες και άλλων επιτρόπων (π.χ. του Ζ. Πινέιρο που ήδη έχουμε μνημονεύσει για το ρόλο του στο «πακέτο/πεπονόφλουδα» για την ονομασία της Βαρντάρσκα Μπανόβινα), αλλά και του Ισπανού αντιπροέδρου της Επιτροπής Μανουέλ Μαρίν, ο οποίος όμως, παρά τις καταγγελίες, διορίστηκε προσωρινός πρόεδρός της ως την οριστική επιλογή του Ρομάνο Πρόντι. Η όλη υπόθεση αποκάλυψε, εντελώς ξαφνικά, πως μια ως τότε αξιοσέβαστη ΕΕ, είχε σε ηγετικά πόστα άτομα που διαπλέκονταν ασύστολα, αμειβόμενα με «τεράστια ξεπλυμένα μαύρα ποσά» από τράπεζες, από χρηματιστηριακούς κολοσσούς και πολυεθνικές επιχειρήσεις. Για πρώτη φορά οι ευρωπαίοι πολίτες οσμίστηκαν τις δυσώδεις αναθυμιάσεις από έναν πελώριο βόρβορο καταχωνιασμένο στα άδυτα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Η προσωρινή εξαμηνιαία προεδρία του Μ. Μαρίν, θα πρέπει να έπαιξε κάποιο ρόλο στην απόφαση της εξεταστικής επιτροπής, η οποία με πόρισμα «ήξεις αφίξεις» απάλλαξε τον Ζακ Σαντέρ από τις κατηγορίες. Το Σεπτέμβρη του 1999 παρέδωσε την προεδρία της Κομισιόν στο νέο της πρόεδρο, τον Ιταλό Ρομάνο Πρόντι.
Ο Ρ. Πρόντι ανέκαθεν ήταν γνωστός ως «παιδί της Chicago School», λόγω των σπουδών του στην Αμερική και στη Βρετανία αλλά και για τις διασυνδέσεις{2} του με τη Γκόλντμαν Σακς, τη Λέσχη Μπίλντερμπεργκ και την Τριμερή Επιτροπή των Ροκφέλερ, Μπρεζίνσκι και Κίσινγκερ. Εντούτοις, στην πολιτική σκηνή της Ιταλίας, αν και θρησκευόμενος συντηρητικός (απόφοιτος του καθολικού πανεπιστημίου του Μιλάνου), νεοφιλελεύθερος ως το κόκαλο και συνεργάτης του «μαφιόζου» πρωθυπουργού Τζούλιο Αντρεότι{3}, μεταπήδησε (για την παραπλάνηση των ιταλών ψηφοφόρων) σε κεντροαριστερής ιδεολογίας κομματικούς σχηματισμούς, με τη συμμετοχή και του κόμματος της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Ο Ροκφέλερ, ο ιδρυτής της Τριμερούς Επιτροπής, είχε διατυπώσει με σαφήνεια πως, για να επιτευχθούν οι στόχοι της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού, θα ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν και αριστερές θεωρητικές ιδεολογικές θέσεις. Στην πράξη οι στόχοι ήταν προκαθορισμένοι και καθαρά οικονομικοί.

Παρά την ολιγόμηνη παραμονή του, το 1978, στο αξίωμα του υπουργού βιομηχανίας στην κυβέρνηση Αντρεότι, τοποθετήθηκε δυο φορές και για έξι, συνολικά, χρόνια, ως πρόεδρος, στην κρατική εταιρεία χαρτοφυλακίου IRI (Istituto per la Ricostruzione Industriale) η οποία επόπτευε και έλεγχε τις μεγαλύτερες ιταλικές κρατικές εταιρείες. Στη θέση αυτή αναδείχτηκε ο νεοφιλελεύθερος οίστρος του. Στην κυριολεξία οργίασε{4} πουλώντας και οικονομικά υγιείς επιχειρήσεις στα μεγάλα πολυεθνικά μεγαθήρια σαν την Unilever, τη Nestlé ή σε πελάτες της Goldman Sachs. Για τις εκδουλεύσεις του προς την τελευταία αυτή αμαρτωλή τράπεζα, κατηγορήθηκε, από τις εφημερίδες «Daily Telegraph» και «The Economist», πως έλαβε ως αμοιβή τρία δισεκατομμύρια λιρέτες.

Όταν ο Ρ. Πρόντι εκλέχτηκε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκκρεμούσε η υπόθεση της Nestlé. Όλοι όμως γνώριζαν πως με τους πανίσχυρους προστάτες που είχε, όλες οι κατηγορίες θα έμεναν στα χαρτιά. Αυτό φάνηκε όταν η Επιτροπή και ο υπεύθυνος πρόεδρός της κατηγορήθηκαν, από το γερμανό δημοσιογράφο του «Stern» και ανταποκριτή του περιοδικού στις Βρυξέλλες Hans-Martin Tillack ότι, εν γνώσει τους, η Eurostat κρατούσε παράνομα διπλά βιβλία και έδινε, κατά την περίσταση, ψεύτικα στοιχεία. Η πρακτική των παραποιημένων στοιχείων ήταν μια γενικευμένη πρακτική πολλών κυβερνήσεων (π.χ. Ισπανία, Γερμανία κατά την ενοποίηση κ.ά.). Υπήρχαν πολλοί ψευτομάγειροι. Η μεθοδευμένη όμως προπαγάνδα του ευρωπαϊκού και κυρίως του γερμανικού τύπου με τα greek statistics{5} του 1999, για την αντικανονική είσοδο της Ελλάδας στην Ευρωζώνη και τους «απατεώνες Έλληνες» και για το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2009, συντέλεσαν στην αμνησία όλων των «έντιμων» ευρωπαίων πολιτών για τις στατιστικές απάτες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τη συνδρομή της «έντιμης Eurostat».

Μετά την καταγγελία του Tillack, το Ελεγκτικό Συνέδριο της ΕΕ, το οποίο δεν είχε την αρμοδιότητα διενέργειας οικονομικού ελέγχου σε θέματα διαφθοράς, παρέπεμψε την υπόθεση στην «Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης» (OLAF), η οποία ιδρύθηκε μετά την ομαδική παραίτηση της Επιτροπής Σαντέρ, το 1999.
Η έρευνα από την OLAF εξελίχθηκε σε φαρσοκωμωδία. Αντί να προβεί σε εκτεταμένες έρευνες για να εντοπίσει τις παρανομίες της Κομισιόν και της Eurostat, στράφηκε εναντίον του δημοσιογράφου για να τον αναγκάσει να αποκαλύψει «την πηγή των πληροφοριών του μέσα στους κόλπους της Επιτροπής». Ο Tillack αρνήθηκε. Για να τον εκφοβίσουν, με αίτημα της OLAF προς τη βελγική κυβέρνηση το Μάρτη του 2004, ερευνήθηκαν από την αστυνομία το σπίτι και το γραφείο του δημοσιογράφου στις Βρυξέλλες και κατασχέθηκαν έγγραφα, ηλεκτρονικοί υπολογιστές και κινητά τηλέφωνα, σε μια προσπάθεια να εντοπισθεί ο πληροφοριοδότης. Ο ίδιος κρατήθηκε για πολλές ώρες σε αστυνομικό τμήμα και αργότερα διατάχθηκε να εγκαταλείψει τη βελγική πρωτεύουσα. Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (CEDH) τον δικαίωσαν. Με την απόφαση του Δικαστηρίου ο Tillack αποζημιώθηκε με δέκα χιλιάδες ευρώ για ηθική βλάβη και παραβίαση (violation) της ελευθερίας του τύπου και με τριάντα χιλιάδες για δικαστικά έξοδα. Επίσης, αναγνωρίστηκε το δικαίωμά του να εργάζεται ως ανταποκριτής στις Βρυξέλλες. Η μεγάλη δικαίωσή του όμως αφορούσε το δικαίωμά του, ως δημοσιογράφου, να μην αποκαλύψει την πηγή των πληροφοριών του. Ήταν μια δικαστική απόφαση που αφορούσε, γενικά, την ελευθερία του τύπου, διότι το δικαστήριο έκρινε πως «l’ UE a besoin d’une couverture critique{6}».

Μετά τη δικαστική απόφαση η Κομισιόν και η OLAF αναμάσησαν τα στερεότυπα περί ελευθερίας, δημοκρατίας ή «του σεβασμού των αποφάσεων της Δικαιοσύνης», ενώ η δεύτερη (η OLAF), διαπιστώνοντας πως «η σιωπή είναι χρυσός», δικαιολογήθηκε στα δημοσιεύματα για τον κόλαφο της δικαστικής ετυμηγορίας ανακοινώνοντας πως, «ποτέ δεν σχολιάζει δικαστικές αποφάσεις». Κατά τα λοιπά η έρευνα, κουτσή και κολοβή, έφερε στο φως κάποιες μικροαποκαλύψεις, έριξε στάχτες σε σοβαρά παραπτώματα, έκανε τις συνηθισμένες ηθικοπλαστικές συστάσεις και κάποια μαθήματα περί δημοκρατίας και όλα κύλησαν ομαλά όπως πρώτα. Με μια διαφορά. Τα πολλά ή λίγα διεφθαρμένα στελέχη της ΕΕ, ενθαρρυμένα από την απραξία των ελεγκτικών οργάνων και την ανοχή της Κομισιόν στην ολοένα εντεινόμενη διαφθορά, αυξήθηκαν και πολλαπλασιάστηκαν σαν τις μύγες σε κάδο απορριμμάτων. Τα απίστευτα γεγονότα επί προεδρίας (και μετά από αυτήν) του Ζ. Μ. Μπαρόζο, ο οποίος αντικατέστησε τον professore, δείχνουν πως η Ευρώπη ολισθαίνει καθημερινά όλο και περισσότερο προς το βάραθρο και το χάος. Το ευρωπαϊκό πελατειακό κράτος αποβάλλει σιγά σιγά κάθε ίχνος εντιμότητας και αξιοπρέπειας, ενώ οι ηγέτες του, αθώοι και ένοχοι, φαίνονται ως σύνολο στα μάτια των ευρωπαίων πολιτών, πως είναι πρόθυμοι από την απληστία της φιλοχρηματίας τους, κατά τη γνωστή ρήση που αποδίδεται στο Λένιν, «να πουλήσουν και το σχοινί με το οποίο θα τους κρεμάσουν».

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1].-Τον γερμανό υπουργό οικονομικών.

[2].- Με την ευκαιρία της επετείου των 10 χρόνων από τη ίδρυση της «Τριμερούς Επιτροπής», οι εκδότες Charles B. Heck και François Sauzey δημοσίευσαν στις 17-19 Απριλίου 1983 ένα ενημερωτικό έντυπο, στο οποίο εμφανίζονται οι ανώτατοι ηγέτες της Επιτροπής, όπως π.χ.  ο πάπας Ιωάννης Παύλος ΙΙ, ο Ζωρζ Μπερτουάν, ο πρώην πρωθυπουργός της Γαλλίας Ρεϊμόν Μπαρ, ο Χένρι Κίσινγκερ, ο Πωλ Βόλκερ κ.ά.  Για την Ιταλία ως ανώτατα στελέχη της Επιτροπής παρουσιάζονται ο Μάριο Μόντι (μετέπειτα «διορισμένος» από την ΕΕ πρωθυπουργός, όπως στην Ελλάδα ο Λουκάς Παπαδήμος), ο Γκουλιέλμο Νέγκρι και ο Ρομάνο Πρόντι.  Όταν ο Πρόντι ανέλαβε την προεδρία της Κομισιόν, το Σεπτέμβρη του 1999, επέλεξε και τον Μ. Μόντι ως επίτροπο στο χαρτοφυλάκιο του ανταγωνισμού. Θα πρέπει να σημειωθεί πως από το 2003 διοικητής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ήταν ο Ζαν Κόντ Τρισέ, ο οποιος μετά τη θητεία του στην ΕΕ διορίστηκε πρόεδρος της Τριμερούς Επιτροπής στην Ευρώπη. Υποδιοικητής της ΕΚΤ ήταν τότε και ο Λουκάς Παπαδήμος, παλιό κι’ αυτός στέλεχος της Τριμερούς και φίλος του μετέπειτα διοικητή της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι (πρώην διευθυντή της Γκόλντμαν Σακς) και στενού φίλου και συνεργάτη του Ρ. Πρόντι. Ο Μ. Ντράγκι και ο Λ. Παπαδήμος εργάστηκαν μαζί στο ΜΙΤ (Massachusetts Institute of Technology) των ΗΠΑ, ως βοηθοί ερευνών και ειδικοί επιστήμονες.

[3].- Ο Αντρεότι καταδικάστηκε το 2002 σε 24 χρόνια φυλάκιση για τις διασυνδέσεις του με τη Μαφία και για το σκοτεινό ρόλο του στην απαγωγή και τη δολοφονία του πρώην πρωθυπουργού Άλντο Μόρο από τις «Ερυθρές Ταξιαρχίες» (Brigate Rosse). Το 2003 το Δικαστήριο, μετά από έφεσή του, τον αθώωσε λόγω παραγραφής αλλά επιβεβαίωσε ότι είχε ισχυρές διασυνδέσεις με τη Μαφία και ότι χρησιμοποίησε τους μηχανισμούς της εγκληματικής αυτής οργάνωσης για να προωθήσει την πολιτική του καριέρα (διετέλεσε πρωθυπουργός εφτά φορές).

[4].-  Με απόφαση του professore (σκωπτικό προσωνύμιο του Ρ. Πρόντι) ως προέδρου του κρατικού Ινστιτούτου Βιομηχανικής Ανασυγκρότησης (IRI), πουλήθηκαν μισοτιμής πολλές κρατικές εταιρείες. Πολύτιμοι συνεργάτες του Πρόντι σε αυτές τις «χρυσοφόρες για τους μεσάζοντες» εκποιήσεις,  ήταν κάποιοι υπάλληλοι κρατικών υπηρεσιών και πρώην στελέχη της Goldman Sachs, της Morgan Stanley και του πολυεκατομμυριούχου Rupert Murdoch, (όπως ο Claudio Costamagna και ο Massimo Tononi, ο οποίος χρηματοδότησε την προεκλογική εκστρατεία του Πρόντι με εκατό χιλιάδες ευρώ).  Όμως, εκεί που προκλήθηκε μεγάλο σκάνδαλο και επενέβη η ιταλική δικαιοσύνη, ήταν η υπόθεση της πώλησης της Italgel, η οποία ενώ είχε κερδοφόρο ετήσιο κύκλο εργασιών 900 δισεκατομμύρια λιρέτες, πουλήθηκε στη Nestlé μόνο για 703 δισεκατομμύρια.  Ένα θαυμάσιο φαγοπότι που μας θυμίζει την πώληση του ελληνικού ΟΠΑΠ ! 

[5].-  Για τα στατιστικά στοιχεία του δημοσιονομικού ελλείμματος του 2009 και για τη δικαστική δίωξη του πρώην προέδρου της ΕΛΣΤΑΤ, έχουν δημοσιευθεί σχετικά κείμενά μου  στην «ΝΕΑ ΠΡΩΙΝΗ της 23 και 25-9-2017.

[6].- «Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει την ανάγκη μιας κριτικής κάλυψης». Με μια ελεύθερη και ευρύτερη μετάφραση της δικαστικής απόφασης στα ελληνικά, θα λέγαμε πως, η ΕΕ θα έπρεπε να διευκολύνει την έρευνα και την κριτική των πράξεων των στελεχών της, διασφαλίζοντας και την ελευθερία του τύπου. Ήταν μια απόφαση/κόλαφος για τις αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις της ΕΕ και τη χρησιμοποίηση αστυνομικών μέτρων για να καλυφθούν οι παρανομίες των διπλών λογιστικών βιβλίων της Eurostat. Μετά από έξι ή εφτά χρόνια οι ίδιοι «έντιμοι απατεώνες»  ξεφώνιζαν από αγανάκτηση για την «απάτη των Greek Statistics».

Διαβάστε ακόμα

Ο «ανήθικος» Έλληνας και οι «άμεπτοι» Δυτικοί επικριτές του

Ευρωπαϊκό πελατειακό κράτος: Μια ιστoρία σκανδάλων και διαφθροράς

Ο ρόλος των ΜΜΕ και η ανθελληνική προπαγάνδα στα χρόνια της κρίσης

Οι λομπίστες των Βρυξελλών: Η μυστική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Οι λομπίστες της Ευρωπαϊκής Ελίτ: Η περίπτωση της Μαρίας Δαμανάκη

Ευρωπαϊκή Ένωση: Πώς φτάσαμε στην απεμπόληση των ιδρυτικών της αξιών;

Περισσότερες δημοσιεύσεις της κατηγορίας Αναλύσεις ΕΔΩ

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

You may also like

Μέρκελ εναντίον Σόιμπλε: Ένας ακήρυχτος πόλεμος δεκαετιών

Το εικοστό τρίτο άρθρο της σειράς Οι «έντιμοι» συκοφάντες