Η περίπτωση του Ζακ Σιράκ: η πορεία προς την εξουσία

Η περίπτωση του Ζακ Σιράκ: η πορεία προς την εξουσία

Το δέκατο τρίτο άρθρο της σειράς Οι «έντιμοι» συκοφάντες της Ελλάδας του Σωκράτη Σίσκου

Ζακ Σιράκ: Από το Κ.Κ.Γαλλίας στην ηγεσία της Δεξιάς

Οι «έντιμοι» συκοφάντες της Ελλάδας:

ΟΙ ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΛΙΤ

Η νοσηρή πολιτική ζωή ηγετικών προσωπικοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Μια σειρά άρθρων της ίδιας θεματολογίας

——————————————————————————————————————–

Ζακ Σιράκ: Από το Κ.Κ.Γαλλίας στην ηγεσία της Δεξιάς

Άρθρο Νο 13, του Σωκράτη Β. Σίσκου

Ο Ζακ Σιράκ ήταν ο νικητής των προεδρικών εκλογών του 1995 και ο αντικαταστάτης του Μιτεράν στο μέγαρο των Ηλυσίων, μετά από μια εκλογική νίκη εναντίον του σοσιαλιστή αντιπάλου του, του Λιονέλ Ζοσπέν. Για το Σιράκ αυτή η επιτυχία ήρθε για να ολοκληρώσει τον απόλυτο έλεγχο του κοινοβουλίου, με την προγενέστερη επικράτηση, το 1993, του κόμματός του και στις βουλευτικές εκλογές.

Από τα μαθητικά του χρόνια στα Λύκεια του «Μεγάλου Λουδοβίκου» και του «Καρνό», άρχισε να εκδηλώνει τις πολιτικές του απόψεις που συγκεκριμενοποιήθηκαν όταν φοίτησε στην φημισμένη Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης (ΕΝΑ) και έλαβε μια υποτροφία για το πανεπιστήμιο Harvard των ΗΠΑ. Στην αρχή φαινόταν να διαπνέεται από σοσιαλιστικές ως ακραίες κομμουνιστικές ιδέες και μάλιστα εντάχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Γαλλίας. Όμως, με νοοτροπία τεχνοκράτη και ασυγκράτητες πολιτικές φιλοδοξίες, πολύ σύντομα βρέθηκε στο οικονομικό επιτελείο του προέδρου Ντε Γκολ, τον οποίο άρχισε να θαυμάζει με πάθος και πίστη, ώστε να θεωρείται πλέον ένας φανατικός «γκολιστής». Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που αργότερα διαφώνησε έντονα με το Ζισκάρ Ντ’ Εστέν, ο οποίος ως υπουργός και πρωθυπουργός δεν έδειχνε να επιθυμεί τη συνέχιση της πολιτικής Ντε Γκολ και ουσιαστικά την ανέτρεψε, όταν εκλέχτηκε πρόεδρος, με φανερές εσωτερικές νομοθετικές ρυθμίσεις ή μυστικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ.

Η πολιτική σταδιοδρομία του Ζακ Σιράκ ήταν αλματώδης. Στην αρχή εκλέχτηκε ως δημοτικός σύμβουλος στη γενέτειρά του. Το 1967, σε ηλικία 35 ετών, επί προεδρίας Σαρλ Ντε Γκολ, ο πρωθυπουργός Ζορζ Πομπιντού τον διόρισε υπουργό του και το 1974, ο πρόεδρος Ζισκάρ Ντ’ Εστέν του ανάθεσε πρωθυπουργικά καθήκοντα τα οποία άσκησε για μια διετία. Παραιτήθηκε γιατί ήρθε σε πλήρη αντίθεση με τον πρόεδρο για την εφαρμοζόμενη, μετά τον Ντε Γκολ, κυβερνητική εξωτερική πολιτική.

Το Μάρτη του 1977 εκλέχτηκε στο Παρίσι δήμαρχος, ένα αιρετό αξίωμα που διατήρησε ως το Μάη του 1995, επί δεκαοχτώ και πλέον χρόνια. Παρέμεινε ως δήμαρχος και μετά το 1986, όταν το κόμμα του ήρθε πρώτο στις βουλευτικές εκλογές και ο τότε πρόεδρος Φ. Μιτεράν του ανάθεσε (υποχρεωτικά) την πρωθυπουργία. Ήταν η λεγόμενη περίοδος της «συγκατοίκησης» με σοσιαλιστή πρόεδρο και συντηρητικό πρωθυπουργό. Παρά τους αρχικούς φόβους για έντονες συγκρούσεις και αντιθέσεις μεταξύ των δυο ανδρών, που θα οδηγούσαν σε συνταγματική εκτροπή, η συνεργασία τους υπήρξε υποδειγματική και πολιτισμένη ως το 1988. Στις δυο προεδρικές εκλογές του 1981 και του 1988 ήταν, χωρίς επιτυχία, υποψήφιος για την προεδρία, την οποία κέρδισε στις εκλογές του 1995.

Στις βουλευτικές εκλογές που ακολούθησαν, το 1997, αναδείχτηκε πρώτο το σοσιαλιστικό κόμμα και διορίστηκε πρωθυπουργός ο Λιονέλ Ζοσπέν. Ήταν κι’ αυτή μια άλλη αντίστροφη περίοδος «συγκατοίκησης», με δεξιό πρόεδρο και σοσιαλιστή πρωθυπουργό. Έναν σοσιαλιστή πρωθυπουργό, που ξεκίνησε κι’ αυτός την πολιτική του σταδιοδρομία ως κομμουνιστής, για να καταστεί αργότερα ένα υψηλόβαθμο κομματικό και οργανωτικό στέλεχος του σοσιαλιστικού κόμματος και να καταλήξει στο τέλος άβουλος υπηρέτης στα σχέδια μιας νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Ο «πράσινος» Νοέλ Μαμέρ, το κόμμα του οποίου συμμετείχε στην πολυφωνική κυβέρνηση Ζοσπέν είπε, όταν περιδεής είδε το 2002 τη γαλλική ακροδεξιά να υπερφαλαγγίζει το κόμμα του σοσιαλιστή πρωθυπουργού, πως η Αριστερά πλήρωσε το τίμημα γιατί ποτέ της δεν άσκησε αριστερή πολιτική. Οι σοσιαλιστές, οι κομμουνιστές και οι ριζοσπάστες υπουργοί που συμμετείχαν στο κυβερνητικό σχήμα, σιωπούσαν επιβεβαιώνοντας κι’ αυτή τη φορά το «στοίχημα» του Μιτεράν προς τον Μπους πως, «θα γαντζωθούν στις υπουργικές τους καρέκλες» και η κομματική τους ζημία θα είναι μεγάλη. Δυστυχώς για τους σοσιαλιστές, τα γεγονότα δεν επαναλήφθηκαν δυο φορές με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.

Αυτή η εξέλιξη ήταν για το Σιράκ θείο δώρο για την επιτυχία της δεύτερης προεδρικής θητείας του. Ο Ζοσπέν, θέλησε να επαναλάβει το «πείραμα» του Μιτεράν του 1981, αλλά το μπούμερανγκ αυτή τη φορά στράφηκε, εκτός από την Αριστερή συμμαχία του και σ’ αυτόν τον ίδιο. Στην πολυκομματική «προοδευτική» κυβέρνησή του συμμετείχαν αρκετά γνωστά ονόματα του σοσιαλιστικού κόμματος, όπως οι Πιέρ Μοσκοβισί, Ιμπέρ Βεντρίν, Μαρτίν Ομπρί, Ντομινίκ Στρος Καν, ο ιδρυτής της μη κυβερνητικής οργάνωσης «Γιατροί Χωρίς Σύνορα» Μπερνάρ Κουσνέρ {1} (μπλεγμένος κι’ αυτός σε οικονομικά σκάνδαλα) κ.ά., αλλά και δυο από τις ερωμένες του μακαρίτη Μιτεράν, η Σεγκολέν Ρουαγιάλ και η Ελιζαμπέτ Γκιγκού. Υπήρχαν επίσης υπουργοί από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γαλλίας, από τους Πράσινους/Οικολόγους του Νοέλ Μαμέρ, από το Κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και από το Κίνημα των Πολιτών του Ζαν-Πιέρ Σεβενεμάν. Η κυβέρνηση αυτή υποσχέθηκε αριστερή κοινωνική πολιτική και εφάρμοσε προγράμματα νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Ο ίδιος ο Ζοσπέν κατηγορήθηκε για «αχαλίνωτη ροπή προς τις ιδιωτικοποιήσεις» και διευκολύνσεις προς τις πολυεθνικές, με συνέπεια να καταστεί μισητό πρόσωπο στην πλειονότητα των οπαδών όλων των κομμάτων που συμμετείχαν στην κυβέρνηση. Αυτό το κατάλαβε και ο ίδιος στις επόμενες προεδρικές εκλογές που διενεργήθηκαν τον Απρίλη του 2002, όταν ο ακροδεξιός Ζαν Μαρί Λε Πεν τον υποσκέλισε στον πρώτο γύρο και αναμετρήθηκε με τον Ζακ Σιράκ στο δεύτερο γύρο των εκλογών μετά από δεκαπέντε μέρες (στις 5 του Μάη 2002). Ο Ζοσπέν, εκτιμώντας αργότερα ο ίδιος το εύρος της αντιδημοφιλίας του είπε πως, «σήμερα ένας οπαδός του Ζοσπέν (jospiniste) είναι τόσο σπάνιος, όσο μια πάπια- μανδαρίνος {2} στο Ιλ Ντε Ρε».

Ο Σιράκ, με την υπερφίαλη πολιτική που ασκούσε, μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του ως πρόεδρος της δημοκρατίας, είχε ελάχιστες πιθανότητες να κερδίσει και δεύτερη προεδρική θητεία. Είχε βέβαια ανεβάσει τα ποσοστά της δημοτικότητάς του όταν αντιτάχθηκε προεκλογικά στην ιδέα μιας δεύτερης επέμβασης των Αμερικάνων και του ΝΑΤΟ στο Ιράκ, μετά την «Καταιγίδα της Ερήμου» του Τζ. Μπους (του πρεσβύτερου) τον Ιανουάριο του 1991. Ύστερα από την καταστροφή των δίδυμων πύργων του παγκόσμιου εμπορίου και την επίθεση στο Πεντάγωνο των ΗΠΑ στις 11 του Σεπτέμβρη 2001 από την Αλ Κάιντα, τα «γεράκια» της κυβέρνησης του Τζορτζ Μπους (του νεότερου) εκτόξευαν απειλές και είχαν πλέον αποφασίσει να επέμβουν και πάλι στο Ιράκ για την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν. Τη σταθερή αυτή στάση διατήρησε ο Σιράκ και όταν εκλέχτηκε, για δεύτερη θητεία, πρόεδρος της Γαλλίας, το πιθανότερο χάρη στην οξυδέρκεια και στις σωστές εισηγήσεις του υπουργού εξωτερικών Ντομινίκ ντε Βιλπέν {3}. Αυτός ο υπουργός, με έναν εκπληκτικό και συναρπαστικό λόγο του στο Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, στις 14 Φεβρουαρίου 2003, προσπάθησε να αποτρέψει την επέμβαση, η οποία όμως τελικά πραγματοποιήθηκε τον ίδιο χρόνο (20 του Μάρτη 2003) και κατάληξε στην ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν.

Αυτή η αντιαμερικανική {4} στάση του Σιράκ που θύμιζε κάπως τις περήφανες κι’ άκαμπτες ιδεολογικές θέσεις του Ντε Γκολ, δεν θα τον έσωζε από την ήττα στις εκλογές του 2002. Είχε χάσει μεγάλο μέρος της δημοτικότητάς του με τις πυρηνικές δοκιμές του 1995/1996 στα ερημικά νησιά του Νότιου Ειρηνικού Μουρουρόα και Φραγκαταούφα, με τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα των πολιτών και κυρίως με τη φιλοτουρκική {5} εξωτερική του πολιτική, μια πολιτική που προκαλούσε, ανέκαθεν, έντονες πάντα αντιδράσεις στη γαλλική κοινή γνώμη. Στον πρώτο γύρο των εκλογών, αν και πρώτος στη σειρά των υποψηφίων, είχε λάβει το πενιχρό ποσοστό που μόλις άγγιζε το 20% του εκλογικού σώματος. Ο ακροδεξιός Ζαν Μαρί Λε Πεν ήρθε δεύτερος και ο Ζοσπέν, με μικρή διαφορά, κατέλαβε την τρίτη θέση κι’ αποκλείστηκε από το δεύτερο γύρο. Το δίλημμα πλέον για τους μη σοσιαλιστές αριστερούς ψηφοφόρους ήταν τεράστιο. Ένας ακροδεξιός θα μπορούσε να βρεθεί ξαφνικά στο προεδρικό μέγαρο των Ηλυσίων. Ο Σιράκ ήταν γι’ αυτούς «άλλος ένας φασίστας» δεξιός πολιτικός, αν και ο Λε Πέν, απορρίπτοντας αυτόν το χαρακτηρισμό και για να δελεάσει τους συντηρητικούς ψηφοφόρους, επαναλάμβανε πως ο λαός απεχθανόταν τις «απομιμήσεις» και πως «ένα πρωτότυπο είναι πιο γνήσιο από ένα φωτοαντίγραφο».

Ο Σιράκ εκλέχτηκε πρόεδρος με το εκπληκτικό ποσοστό του 82,21% του εκλογικού σώματος. Τον ψήφισαν πανικοβλημένοι, εκτός από τους κομμουνιστές και τους αριστερούς ριζοσπάστες, ακόμα και οι ακραίοι αριστεροί σαν τον Ολιβιέ Μπεζανσενό του κόμματος της «Επαναστατικής Κομμουνιστικής Λίγκας», ενώ άλλοι ανένταχτοι, όπως η Αρλέτ Λαγκιγιέρ της «Εργατικής Πάλης» δεν ψήφισαν, όπως δήλωσαν, «ούτε τον ένα, ούτε τον άλλο φασίστα».

Όμως για τον Ζακ Σιράκ θα συνεχίσουμε στο επόμενο άρθρο μας.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.- Στην πολυφωνική αριστερή κυβέρνηση του Λιονέλ Ζοσπέν, ο Μπερνάρ Κουσνέρ ήταν υφυπουργός υγείας από τον Ιούνιο του 1997 και ως τον Ιούλιο του 1999 και αργότερα διετέλεσε για λίγο υπουργός υγείας στην ίδια κυβέρνηση. Όταν άλλαξε πολιτικό στρατόπεδο και προσέγγισε το 2007 τον τότε πρόεδρο Νικολά Σαρκοζί, ορκίστηκε υπουργός εξωτερικών και ευρωπαϊκών υποθέσεων στην κυβέρνηση του Φρανσουά Φιγιόν (Μάης 2007-Νοέμβρης 2010). Ο γνωστός για τις αποκαλύψεις πολιτικών σκανδάλων συγγραφέας και δημοσιογράφος του γνωστού περιοδικού «l`Express και της σατυρικής και σκανδαλοθηρικών ερευνών εφημερίδας «Le Canard Enchaîné» Πιέρ Πεάν (Pierre Péan), στο 11ο κεφάλαιο του βιβλίου του «Le monde selon K.» (Ο κόσμος σύμφωνα με τον Κ.), αναφέρεται στις ύποπτες «αφρικανικές υποθέσεις» του Κουσνέρ και στην άσκηση πιέσεων προς στις κυβερνήσεις του Κονγκό και της Γκαμπόν για να ευνοηθούν οι ιατροφαρμακευτικών δραστηριοτήτων εταιρείες Imeda και Africa Spes, στις οποίες ήταν σύμβουλος και εμπορικός εκπρόσωπος. Κατά τον Π. Πεάν στην περίπτωση αυτή υπήρχε σύγκρουση κρατικών και ιδιωτικών συμφερόντων. Τον κατηγόρησε επίσης πως πίσω από το φιλανθρωπικό του έργο και τη δράση του ως ηγέτης των «Γιατρών Χωρίς Σύνορα», κρύβεται ένας συνεργάτης του διαβόητου Τζορτζ Σόρος και ένας ακραιφνής υπηρέτης της παγκοσμιοποίησης και του νεολιμπεραλισμού. Ο Κουσνέρ (παιδί εβραιολετονού μετανάστη), κατηγόρησε τον Πεάν ως διαστροφέα γεγονότων και ως αντισιωνιστή και ρατσιστή.

Άλλο σκάνδαλο για το οποίο κατηγορήθηκε ο Κουσνέρ ήταν η υπόθεση της ανθρωπιστικής και μη κερδοσκοπικής εταιρείας «Η Κιβωτός της Ζωής» (L’Arche de Zoé), στελέχη της οποίας συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν από της δικαστικές αρχές του Τσαντ για την προσπάθεια απαγωγής 103 παιδιών και την αποστολή τους στην Ευρώπη (προφανώς για να πωληθούν σε άτεκνες οικογένειες). Οι πολίτες του Τσαντ και άλλων αφρικανικών χωρών, θεωρούσαν πως γνώστες της παρανομίας ήταν ο Μπερνάρ Κουσνέρ και ο αδελφός του γάλλου προέδρου, ο Φρανσουά Σαρκοζί και κατηγορούσαν τις δικαστικές αρχές του Τσαντ πως υπέκυψαν στις γαλλικές πιέσεις για να συγκαλύψουν τις ευθύνες τους και κυρίως τις ευθύνες του γάλλου υπουργού εξωτερικών (Κουσνέρ).

2.- Με τη φράση «un jospiniste aujourd’hui, c’est aussi rare qu’un canard mandarin dans l’île de Ré» ο Ζοσπέν ήθελε να πει πως, τον είχαν εγκαταλείψει όλοι και πως δεν υπήρχε ούτε ένας πιστός οπαδός του, συγκρίνοντας την κομματική πίστη με τη σταθερή «συντροφική πίστη» αυτού του σπάνιου και όμορφου εξωτικού πτηνού, το οποίο ελάχιστες φορές εμφανίζεται στο νησί «île de Ré» των δυτικών ακτών της Γαλλίας, προς τον Ατλαντικό ωκεανό. Η πάπια-μανδαρίνος (η επίσημη ονομασία της είναι Aix galericulata) συναντιέται στην Ασία όπου θεωρείται «σύμβολο σταθερής πίστης». Η ποικιλοχρωμία των φτερών της (ιδίως της αρσενικής) είναι απαράμιλλης ομορφιάς. Προφανώς σ’ αυτό το λόγο οφείλεται και ο επιθετικός προσδιορισμός του ονόματος αυτής της αρχοντικής, σε εμφάνιση, πάπιας, δεδομένου πως και η αρχοντική κινεζική τάξη των μανδαρίνων της Κίνας, είχε κατά την παράδοση δυο απαράμιλλης ομορφιάς και πολυχρωμίας επίσημες ενδυμασίες. Τα ζευγάρια αυτής της σπάνιας πάπιας παραμένουν ενωμένα ως το θάνατό τους. Γι’ αυτό μια παλιά παράδοση της Κίνας, που τηρούνταν εθιμικά, θεωρούσε την προσφορά αυτών των πουλιών σε νεόνυμφους ως ευχή αιώνιας πίστης και ευτυχισμένης συμβίωση ως το τέλος της ζωής τους.

3.- Ο Ντομινίκ ντε Βιλπέν ήταν για πολλά χρόνια πιστός συνεργάτης του Ζ. Σιράκ και ένας από τους ελάχιστους εναπομείναντες θαυμαστές της ρεαλιστικής και ανεξάρτητης πολιτικής του Ντε Γκολ. Ο ιστορικός λόγος του Βιλπέν στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, στις 14 Φεβρουαρίου 2003, είναι ένα εκπληκτικό μήνυμα ειρήνης και μια προσπάθεια να αποφευχθεί ένας αδικαιολόγητος πόλεμος που βασιζόταν σε εσφαλμένες εκτιμήσεις. Είναι κρίμα που έναν τέτοιο λόγο, ο οποίος θα τολμούσαμε να ισχυριστούμε πως είναι όμοιος σε μηνύματα και πολιτικές παραινέσεις με τον «Επιτάφιο» του Περικλή, δεν έχουμε τη δυνατότητα να τον παραθέσουμε λόγω του περιορισμένου χώρου ενός άρθρου.

4.- Αυτός ο επίπλαστος αντιαμερικανισμός του προοριζόταν μάλλον για «εσωτερική κομματική κατανάλωση». Από τους Αμερικάνους θεωρούνταν ως ο μόνος γάλλος πολιτικός που θα μπορούσε να αποτελέσει, έστω μια αδύναμη επιβραδυντική τροχοπέδη, σε κάποια από τα «σοσιαλιστικά σχέδια» των επιγόνων του Μιτεράν. Γι’ αυτούς ο Σιράκ δεν είχε τις διανοητικές ικανότητες του Μιτεράν. Γνώριζαν πως από φιλαρέσκεια κολακευόταν όταν τον εξυμνούσαν για υπαρκτά ή ανύπαρκτα προσόντα του. Και γι’ αυτό ήξεραν «να τον διαχειριστούν» ποντάροντας στα ελαττώματά του. Στα αποκαλυπτικά κείμενα του δημοσιογράφου Βενσάν Ζοβέρ από τα δημοσιευμένα αμερικανικά αρχεία, όταν σε κάποιο σημείο γίνεται λόγος για τον Ζακ Σιράκ, υπάρχει η φράση που αποκαλύπτει πως στο επιτελείο του αμερικανού προέδρου «on sait comment l’amadouer» (γνωρίζουν πως να τον «καταφέρουν», πως να τον καλοπιάσουν και να τον ξεγελάσουν). Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ τον είχε κατατάξει στους αφελείς και ανόητους φιλάρεσκους και ματαιόδοξους.

5.- Για τη φιλοτουρκική και φιλοσκοπιανή πολιτική του Ζ. Σιράκ, είχα δημοσιεύσει σχετικό άρθρο σε εφημερίδα των Σερρών, τον Ιούλιο του 1995.

Διαβάστε ακόμα

Ο «ανήθικος» Έλληνας και οι «άμεπτοι» Δυτικοί επικριτές του

Ευρωπαϊκό πελατειακό κράτος: Μια ιστoρία σκανδάλων και διαφθροράς

Ο ρόλος των ΜΜΕ και η ανθελληνική προπαγάνδα στα χρόνια της κρίσης

Οι λομπίστες των Βρυξελλών: Η μυστική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Οι λομπίστες της Ευρωπαϊκής Ελίτ: Η περίπτωση της Μαρίας Δαμανάκη

Ευρωπαϊκή Ένωση: Πώς φτάσαμε στην απεμπόληση των ιδρυτικών της αξιών;

Οι δυσώδεις αναθυμιάσεις του ευρωπαϊκού οικοδομήματος

Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο: τo γεράκι της ευρωπαϊκής «συμμαχίας των προθύμων»

Οι έντιμοι οραματιστές της Ευρωπαϊκής Ιδέας

Η ευρωπαϊκή πορεία της Γαλλίας: από τον Ζισκάρ ντ’ Εστέν στον Φρανσουά Μιτεράν

Ο Φρανσουά Μιτεράν και η πολιτική εξαφανιση της Γαλλίας

Η πολυτάραχη ερωτική ζωή του «σοσιαλιστή» Φρανσουά Μιτεράν

 

Περισσότερες δημοσιεύσεις της κατηγορίας Αναλύσεις ΕΔΩ

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

You may also like

Μέρκελ εναντίον Σόιμπλε: Ένας ακήρυχτος πόλεμος δεκαετιών

Το εικοστό τρίτο άρθρο της σειράς Οι «έντιμοι» συκοφάντες