Ο ρόλος του Γκέρχαρντ Σρέντερ στην οικοδόμηση της «γερμανικής Ευρώπης»

Ο ρόλος του Γκέρχαρντ Σρέντερ στην οικοδόμηση της «γερμανικής Ευρώπης»

Φωτογραφία: Stephanie Pilick (dpa)

Το εικοστό πρώτο άρθρο της σειράς Οι «έντιμοι» συκοφάντες της Ελλάδας του Σωκράτη Σίσκου

Ένας διπρόσωπος νεοφιλελεύθερος σοσιαλιστής

Οι «έντιμοι» συκοφάντες της Ελλάδας:

ΟΙ ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΛΙΤ

Η νοσηρή πολιτική ζωή ηγετικών προσωπικοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Μια σειρά άρθρων της ίδιας θεματολογίας

Ένας διπρόσωπος νεοφιλελεύθερος σοσιαλιστής

Άρθρο Νο 21, του Σωκράτη Β. Σίσκου

Ο σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ υπήρξε, μετά τη συνθήκη του Μάαστριχτ, ένας από τους «χωρίς ίχνος ντροπής ηγέτες» (σαν τον Μπαρόζο) και ένας από τους πλέον διαπλεκόμενους ευρωπαίους πολιτικούς. Με την πολιτική της λιτότητας, της δημιουργίας δημοσιονομικών πλεονασμάτων και τους αντεργατικούς του νόμους, προετοίμασε το έδαφος για την επανεμφάνιση των εθνικιστικών φαντασμάτων στην Ευρώπη και το μετασχηματισμό, στις δυο τελευταίες δεκαετίες, της ευρωπαϊκής Γερμανίας του Χέλμουτ Κολ σε γερμανική Ευρώπη. Αυτός, κυρίως αυτός, μαζί με τον πρώην πρωθυπουργό της Βρετανίας Τόνι Μπλερ (άξιο συνεχιστή των ιδεών της Μάργκαρετ Θάτσερ), τους γάλλους προέδρους Ν. Σαρκοζί και Φ. Ολάντ και την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ, έδωσαν το τελικό χτύπημα στην ιδέα της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και στην πορεία για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, βάζοντας στα επόμενα χρόνια την ταφόπλακα στο πιο ωραίο κι’ ευγενικό όραμα των ευρωπαίων πολιτών για μια Ευρώπη των λαών. Έβαλαν την τελευταία μαύρη πινελιά σε ένα οικονομικό και κοινωνικοπολιτικό τερατούργημα, για να το μετατρέψουν, στο τέλος, σε «σπήλαιο ληστών».

Η καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ, που τόσο κατηγορήθηκε για την επιβολή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής της λιτότητας στην ΕΕ, ίσως είναι η λιγότερο υπεύθυνη. Απλά ακολούθησε, χωρίς να έχει εναλλακτικές δυνατότητες, το δρόμο που είχαν χαράξει οι προηγούμενοι, έχοντας αναγκαστικά στο πλευρό της τον πραγματικό κυρίαρχο του παιχνιδιού, τον υπουργό οικονομικών και πιστό εκπρόσωπο των τραπεζιτών, το Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Η Μέρκελ, όπως απέδειξαν στις Κάννες, το 2011, τα κλάματά της και η φράση της «για το φόβο της πολιτικής αυτοκτονίας», ήξερε ποιοι πραγματικά κυβερνούσαν, όταν αρνήθηκε οποιαδήποτε διευθέτηση του ιταλικού χρέους με γερμανική χρηματοδότηση χωρίς την προηγούμενη συναίνεση της «Bundesbank». Διότι γνώριζε πως η γερμανική οικονομική ελίτ ήταν διαμετρικά αντίθετη σε μια τέτοια οικονομική λύση.

Με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το ανώτατο θεσμικό όργανο της ΕΕ στο οποίο μετέχουν οι εκλεγμένοι ηγέτες των κρατών/μελών, δεν έλαβε καμία πλέον αξιόλογη πολιτική απόφαση οικονομικοκοινωνικής μορφής χωρίς τη συναίνεση του Γιούρογκρουπ (π.χ. σε θέματα εργασίας, κρατικών επενδύσεων, κοινωνικών παροχών, προϋπολογισμού κλπ, που αποτελούν βασικά κριτήρια ύπαρξης της Ένωσης). Αυτό το άτυπο όργανο έχει, με το πρόσχημα της δημοσιονομικής και τραπεζικής ισορροπίας της Ευρωζώνης, τον απόλυτο έλεγχο της οικονομικής και συνεπώς και της κοινωνικής πολιτικής των κρατών/μελών της ΕΕ (και όχι μόνον της Ευρωζώνης), έχοντας τη δυνατότητα να ρυθμίζει με τις εισηγήσεις του και τα ευρωπαϊκά κονδύλια, τα οποία μοιράζονται με την πειθαρχημένη προτεσταντική «παράλογη λογική». Ο Άνθρωπος και οι βασικές κοινωνικές ανάγκες των πολιτών είναι μια μηδαμινή λεπτομέρεια. Λαμβάνονται υπόψη μόνο προβλέψεις και ακαταλαβίστικοι αριθμοί. Όπως στα σκυλιά, το αφεντικό ξέρει ποια στιγμή πρέπει να ρίξει τη λιχουδιά, για να γίνουν πιο πειθαρχημένα και υπάκουα.

Τον τελευταίο καιρό, μετά τα αποτελέσματα των εκλογών σε Γαλλία, Γερμανία, Αυστρία κλπ και την επικίνδυνη ενδυνάμωση των ευρωπαϊκών ακροδεξιών κομμάτων, εμφανίζεται μια έντονη ανησυχία στο ιερατείο της ΕΕ και επιδιώκονται αλλαγές και επαναφορά του πνεύματος των ιδρυτικών αρχών της Ένωσης. Οι σχετικές προτάσεις Γιούνγκερ «για εξανθρωπισμό των οικονομικών πολιτικών και την ενδυνάμωση του πνεύματος της ενοποίησης», δείχνουν πως οι κίνδυνοι για την αποσταθεροποίησή της θα πρέπει να αντιμετωπιστούν άμεσα. Η απομάκρυνση του Β. Σόιμπλε από το Γιούρογκρουπ και η λήξη της θητείας του Γ. Ντάισελμπλουμ με ταυτόχρονη αντικατάστασή του από τον πορτογάλο Μάριο Σεντένο, αποδεικνύουν την κατανόηση των καταστροφικών συνεπειών της λιτότητας, της έλλειψης αλληλεγγύης και των αναγεννημένων εθνικισμών. Το μέλλον θα δείξει αν οι προθέσεις αυτές είναι ειλικρινείς.

Ο Γκέρχαρντ Σρέντερ νίκησε, το αναξιόπιστο και ταλαιπωρημένο από εσωκομματικές έριδες κόμμα της Άνγκελα Μέρκελ, στις βουλευτικές εκλογές της 27 του Σεπτέμβρη 1998 και ένα μήνα αργότερα ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας. Στις επόμενες εκλογές του 2002, οι Χριστιανοδημοκράτες εξέλεξαν (αντί της Μέρκελ) ως υποψήφιο καγκελάριο τον Έντμουντ Στόιμπερ, ο οποίος ηττήθηκε από τον Σρέντερ. Λόγω των αντικοινωνικών μέτρων που εφάρμοσε, στη δεύτερη θητεία της, η συγκυβέρνηση των σοσιαλδημοκρατών του Σρέντερ και των Πράσινων του Γιόσκα Φίσερ και από τις διαφαινόμενες αποθαρρυντικές ενδείξεις των δημοσκοπήσεων, προκηρύχτηκαν πρόωρες εκλογές το 2005. Αυτή τη φορά το CDU επανήλθε στην εξουσία, με υποψήφια για δεύτερη φορά την Άνγκελα Μέρκελ, η οποία παρέμεινε για δώδεκα συνεχή χρόνια στην καγκελαρία της Γερμανίας (μέχρι τις εκλογές του Σεπτέμβρη 2017), με την τρίτη κατά σειράν κυβέρνησή της, με τη συνεργασία των χριστιανοκοινωνιστών της Βαυαρίας (του CSU) και των σοσιαλδημοκρατών (του SPD). Μέχρι σήμερα (αρχές Δεκέμβρη 2017) συνεχίζονται οι διαβουλεύσεις των γερμανικών κομμάτων, για το σχηματισμό νέας δικομματικής ή τρικομματικής κυβέρνησης.

Ο συνασπισμός Σοσιαλιστών-Πράσινων κυβέρνησε τη Γερμανία από τις 27 του Οκτώβρη 1998 και μέχρι τις 22 του Νοέμβρη 2005, με τα ηγετικά του στελέχη Σρέντερ και Φίσερ, αντίστοιχα, ως καγκελάριο και υπουργό εξωτερικών. Και οι δυο προαναφερόμενοι δήθεν «προοδευτικοί» πολιτικοί (ο δεύτερος μάλιστα, μαζί με τον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ, ξεκίνησε την πολιτική του καριέρα ως ανένταχτος και αναρχικός κομμουνιστής), αποδείχτηκαν άπληστα αρπακτικά. Και οι δυο προετοίμασαν τον μελλοντικό πλουτισμό τους μέσα από την εφαρμογή μιας εσωτερικής πολιτικής κρυφονεολιμπεραλισμού και μιας εξωτερικής πολιτικής που ευνοούσε τις μελλοντικές επαγγελματικές τους επιδιώξεις. Η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Σρέντερ αποτέλεσε την αιτία των σημερινών δεινών που ταλανίζουν την Ευρώπη. Με το πάγωμα των μισθών και τη δημιουργία μεγάλων πλεονασμάτων (με μια αρρωστημένη προτεσταντική λογική και έναν αντικεϊνσιανό οίστρο για τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το διαφημιζόμενο αλάθητο δόγμα της λιτότητας), καταργήθηκαν de facto τα βασικά ιδρυτικά χαρακτηριστικά της ΕΕ, όπως είναι η ισοτιμία των κρατών/μελών, το κοινωνικό κράτος και η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη.

Ο Σρέντερ κατόρθωσε, στις εκλογές του 2002, να νικήσει το νεοφιλελεύθερο αντίπαλό του Έντμουντ Στόιμπερ, διότι επαγγέλθηκε ένα κοινωνικό κράτος ειρήνης και ευημερίας. Η σθεναρή αρνητική θέση του απέναντι στα σχέδια του Τζορτζ Μπους (του νεότερου) για εκστρατεία στο Ιράκ, μετά την καταστροφή των Δίδυμων Πύργων στις 11 του Σεπτέμβρη του 2001, ήταν μια από τις βασικές αιτίες της νίκης του. Ο δημαγωγικός χαρακτήρας των προεκλογικών υποσχέσεών του φάνηκε μετά τις εκλογές, όταν το 2003 αποκαλύφθηκαν οι κρυφοί στόχοι του κοινωνικού του προγράμματος που προβλεπόταν στο σχέδιο της, λεγόμενης, «Ατζέντας 2010». Το ιδανικό κράτος πρόνοιας που είχε υποσχεθεί πως θα ολοκληρωθεί ως το 2010 με μια σειρά κοινωνικών προγραμμάτων, ήταν στην πραγματικότητα ένα σχέδιο κοινωνικής ισοπέδωσης και εφαρμογής σκληρών μέτρων νεοφιλελεύθερης πολιτικής.

Πολλοί ψηφοφόροι, τότε, ίσως να κατανόησαν τους λόγους για τους οποίους ο τέως πρόεδρος του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος Βίλι Μπραντ, είχε επιλέξει ως διάδοχό του τον Όσκαρ Λαφοντέν, ο οποίος ήταν βέβαιο πως θα ακολουθούσε την εσωτερική και εξωτερική πολιτική του. Ο Λαφοντέν ήταν ως το Μάρτη του 1999, ο πρόεδρος του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος (SPD) και ο υπουργός οικονομικών της νέας κυβέρνησης. Είχε έγκαιρα αντιληφθεί τη συμπαιγνία του Σρέντερ και των γερμανών τραπεζιτών και παραιτήθηκε από τα δυο του αξιώματα (του προέδρου και του υπουργού), σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη σιωπηρά σχεδιαζόμενη νεοφιλελεύθερη πολιτική της κυβέρνησης. Τα κατευθυνόμενα ΜΜΕ διαστρέβλωναν γεγονότα και «ανακάλυπταν» σκάνδαλα για να τον εξοβελίσουν από την γερμανική πολιτική σκηνή. Τελικά, σε λίγους μήνες κατάφεραν να τον απαξιώσουν πολιτικά και να τον υποχρεώσουν σε παραίτηση. Αυτή τη γκεμπελική μορφή ενημέρωσης, η οποία θα εδραιωνόταν σταδιακά όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και σ’ όλο τον κόσμο, ο Όσκαρ Λαφοντέν την ονόμασε «δημοσιογραφία των γουρουνιών». Για τους Γερμανούς το «schwein» (γουρούνι) είναι βαριά βρισιά. Ίσως γι’ αυτό και για να βγάλουν απωθημένα αιώνων για τους λαούς της Μεσογείου που «επαίρονται για το αρχαίο τους πολιτιστικό παρελθόν», αμέσως μετά την εμφάνιση της μεγάλης ευρωπαϊκής οικονομικής κρίσης του 2008/9, βάφτισαν «PIGS» ( γουρούνια) τις τέσσερις οικονομικά ασθενέστερες και υπερχρεωμένες μεσογειακές χώρες (Πορτογαλία, Ιταλία, Ελλάδα και Ισπανία), από τα αρχικά τους γράμματα στην αγγλική γλώσσα.

Βέβαια και ο Σρέντερ φάνηκε υποκριτικά στην αρχή, με δημαγωγικές δηλώσεις στα ΜΜΕ, πως θα ακολουθούσε την ίδια ή σχεδόν ίδια κοινωνική πολιτική και την «οστπολιτίκ» του Μπράντ, κυρίως στις σχέσεις με τη Ρωσία. Ο προσχεδιασμός αυτών των καλών σχέσεων με τη Ρωσία και κυρίως με τον πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν στην ανάπτυξη ενός προγράμματος συνεργασίας σε θέματα ενεργειακής πολιτικής του απόφερε, σε λίγα χρόνια, προσωπικά κέρδη εκατομμυρίων ή ορθότερα δισεκατομμυρίων ευρώ. Φρόντισε με την «οστπολιτίκ» να θησαυρίσει ο ίδιος με έναν διαβολικό, σε σχεδιασμό και εκτέλεση, πελατειακό κυνισμό.

Τα μέτρα που προβλέπονταν στην «Ατζέντα 2010» έγιναν γνωστά το Μάρτη του 2003, όταν ο Σρέντερ αποκάλυψε ξεκάθαρα στο κοινοβούλιο το σχέδιό του για τη μείωση της ανεργίας και την τόνωση του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας. Τα προτεινόμενα μέτρα ήταν ένα είδος «μνημονίου», όπως το γνωρίζουμε στην Ελλάδα μετά την οικονομική κρίση και τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που επέβαλε η λεγόμενη «τρόικα». Με αυτά ακυρώνονταν όλες οι προεκλογικές υποσχέσεις του Σρέντερ για το κράτος πρόνοιας και δικαίωναν τους φόβους του Όσκαρ Λαφοντέν για άρνηση και προδοσία, από το Σρέντερ, όλων των αξιακών αρχών της σοσιαλδημοκρατίας που παράδωσε στους επιγόνους του ο Βίλι Μπραντ. Στο σχέδιο προβλεπόταν η δραστική μείωση του επιδόματος ανεργίας και η χορήγησή του για δώδεκα μήνες, αντί των τριανταέξι που καθόριζε η μέχρι τότε ισχύουσα νομοθεσία. Διευρυνόταν το δικαίωμα των εργοδοτών να προβαίνουν σε απολύσεις, αυξανόταν η συμμετοχή των εργαζομένων και συνταξιούχων στα φάρμακα, προβλέπονταν αυξήσεις σε ποτά, σε τσιγάρα, σε καύσιμα και σε άλλα βασικά καταναλωτικά αγαθά, ενώ υπήρχε πρόβλεψη και για μελλοντική, στο τέλος του έτους, δυνατότητα αύξησης της ηλικίας συνταξιοδότησης από τα εξηνταπέντε στα εξηνταεφτά χρόνια.

Ήταν ένα σχέδιο/πρότυπο παγγερμανικής έμπνευσης, το οποίο ο ιδεολογικός και κομματικός αντίπαλος του Σρέντερ, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, εφάρμοσε αρχικά στην Ιρλανδία, στην Ελλάδα και στην Ισπανία, με βασική επιδίωξη τη γενικότερη εφαρμογή του σε όλη την Ευρώπη. Αυτό το σχέδιο της λιτότητας και της φτωχοποίησης των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων και κυρίως της μεσαίας τάξης, όταν μετά τις γερμανικές εκλογές του 2017 ο Σόιμπλε εγκατέλειψε το υπουργείο οικονομικών για να αναλάβει την προεδρεία της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU), είχε κάπως περιπέσει σε ένα είδος ιδιότυπης στασιμότητας. Όπως προαναφέραμε, ο φόβος της ευρωπαϊκής ελίτ από την άνοδο των ακροδεξιών και ευρωσκεπτιστικών κομμάτων και η εκλογή στις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ με τις γνωστές γερμανοφοβικές του απόψεις, την προβλημάτισε και την ανάγκασε να προσπαθήσει να βρει πειστικές λύσεις που θα ανακόψουν την ξεκάθαρη ευρωπαϊκή πορεία για την «τελική λύση», με ολοκληρωτικές μεθοδεύσεις της περιόδου του μεσοπολέμου και της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Μια τέτοια λύση θα είναι αναπότρεπτη αν συνεχισθεί η ανεργία και η φτώχεια των πολλών και η εξοργιστική συνεχής αύξηση του πλούτου των ολίγων.

Για τον Σρέντερ όμως θα συνεχίσουμε στο επόμενο άρθρο μας.

Διαβάστε ακόμα

Ο «ανήθικος» Έλληνας και οι «άμεπτοι» Δυτικοί επικριτές του

Ευρωπαϊκό πελατειακό κράτος: Μια ιστoρία σκανδάλων και διαφθροράς

Ο ρόλος των ΜΜΕ και η ανθελληνική προπαγάνδα στα χρόνια της κρίσης

Οι λομπίστες των Βρυξελλών: Η μυστική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Οι λομπίστες της Ευρωπαϊκής Ελίτ: Η περίπτωση της Μαρίας Δαμανάκη

Ευρωπαϊκή Ένωση: Πώς φτάσαμε στην απεμπόληση των ιδρυτικών της αξιών;

Οι δυσώδεις αναθυμιάσεις του ευρωπαϊκού οικοδομήματος

Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο: τo γεράκι της ευρωπαϊκής «συμμαχίας των προθύμων»

Οι έντιμοι οραματιστές της Ευρωπαϊκής Ιδέας

Η ευρωπαϊκή πορεία της Γαλλίας: από τον Ζισκάρ ντ’ Εστέν στον Φρανσουά Μιτεράν

Ο Φρανσουά Μιτεράν και η πολιτική εξαφανιση της Γαλλίας

Η πολυτάραχη ερωτική ζωή του «σοσιαλιστή» Φρανσουά Μιτεράν

Η περίπτωση του Ζακ Σιράκ: η πορεία προς την εξουσία

Οι ερωτικές περιπέτειες του Ζακ Σιράκ και το διακύβευμα της εξουσίας

Νικολά Σαρκοζί: Μια μαριονέτα του Βερολίνου στο τιμόνι της Γαλλίας

Τα σκοτεινά πολιτικά παιχνίδια του Νικολά Σαρκοζί

Η άνοδος και η πτώση του Φρανσουά Ολάντ

Η κρυφή γοητεία της νεοφιλελεύθερης Ευρώπης

Τα σκάνδαλα και η πολιτική διαφθορά των «έντιμων» Γερμανών

Όταν η Μέρκελ ανέτρεψε τον φιλόδοξο Σόιμπλε

 

Περισσότερες δημοσιεύσεις της κατηγορίας Αναλύσεις ΕΔΩ

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

You may also like

Ο «Αλβανός» Αχιλλέας και οι ανθελληνικές προκλήσεις των αναθεωρητών της Ιστορίας

Η έκτη απόπειρα αναθεωρητισμού της Ιστορίας και οι