Η κατάρα των «αναθεωρητών» και η διαστρέβλωση της Ελληνικής Ιστορίας

Η κατάρα των «αναθεωρητών» και η διαστρέβλωση της Ελληνικής Ιστορίας

Πιο επείγουσα από ποτέ η ανάγκη για ενωτικό και συναινετικό πολιτικό εθνικό λόγο ώστε να προληφθούν οι μελλοντικοί κίνδυνοι στα εθνικά θέματα

Οι πέντε πλαστογραφήσεις της ελληνικής ιστορίας
Η φαλκίδευση της ιστορίας από το πρίσμα του αναθεωρητισμού

Άρθρο του Σωκράτη Β. Σίσκου
Α’ ΜΕΡΟΣ

Όταν η Ελλάδα βρισκόταν σε δύσκολες, κρίσιμες και κορυφαίες στιγμές στην ιστορική της πορεία, υπήρχαν ψυχωμένοι ιδεολόγοι πνευματικοί δημιουργοί που σμίλευαν το φρόνημα του λαού και του έδειχναν το δρόμο για μια εθνική ανάταση. Έτσι, στις τραγικές στιγμές του εθνικού διχασμού στη διάρκεια της Επανάστασης για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού, ακούστηκε ο πύρινος ενωτικός λόγος ενός Σολωμού, ενώ σε μεταγενέστερα δύσκολα χρόνια ύψωσαν το ανάστημά τους και άρθρωσαν ποιητικό πατριωτικό λόγο ένας Παλαμάς, ένας Βαλαωρίτης ή ένας Μυριβήλης. Αλλά και πιο πρόσφατα, μίλησαν με αγάπη και περηφάνια για την πατρίδα, για μια Ελλάδα του Ήλιου και της Θάλασσας, για μια Ελλάδα του πολιτισμού και για τη συνέχεια μιας γλώσσας με ρίζες στα βάθη των αιώνων, ένας Ελύτης ή ένας Σεφέρης.

Στη σημερινή εξαιρετικά επικίνδυνη συγκυρία των διεθνών ανακατατάξεων της παγκοσμιοποιημένης Νέας Τάξης, στην οποία με το πρόσχημα των «ανοιξιάτικων» δημοκρατικών ελευθεριών και των ανθρώπινων δικαιωμάτων χύνονται ποτάμια αίματος και διχοτομούνται ή τριχοτομούνται κράτη, η Ελλάδα δεν έχει τέτοιους πολιτικούς ηγέτες που να αντιλαμβάνονται την επείγουσα ανάγκη για ενωτικό και συναινετικό πολιτικό εθνικό λόγο ώστε να προληφθούν οι μελλοντικοί κίνδυνοι. Όμως, δεν έχει ούτε και τη δυναμική και σφύζουσα από ιδεολογική δημιουργικότητα πνευματική ηγεσία, ικανή να αναπτερώσει το πατριωτικό (όχι σοβινιστικό) φρόνημα του λαού. Πολιτικοί και πνευματικοί ηγέτες διαπληκτίζονται συνεχώς και ασχολούνται με μικροπολιτικά και μικροκομματικά θέματα, ενώ σοβαρά εθνικά προβλήματα και κίνδυνοι (στρατιωτική υπεροχή επικίνδυνων γειτονικών κρατών, η υπογεννητικότητα, η πολιτιστική αλλοίωση του πληθυσμού κλπ), οι οποίοι έχουν σχέση με την μελλοντική ακεραιότητα της χώρας, αποτελούν δευτερεύουσες υποθέσεις με αποσπασματικές και αντιφατικές λύσεις, χωρίς ενιαίο εθνικό οργανωτικό σχεδιασμό, από κάθε κυβέρνηση ή από κάθε ανίδεο και ιδεολογικά αγκυλωμένο υπουργό. Ταυτόχρονα, ο λαός αφήνεται, χωρίς πνευματικές και πατριωτικές ανησυχίες, σε μια κατάσταση άγνοιας, εφησυχασμού και παραλυτικής μακαριότητας. Ο ευδαιμονισμός, η υλιστική νοοτροπία και η απουσία πολιτιστικών ευαισθησιών και πατριωτικών οραμάτων ή ανησυχιών για το μέλλον είναι πλέον το χαρακτηριστικό γνώρισμα του ρομποτοποιημένου πολίτη. Φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν! Ελάχιστοι είναι αυτοί που αντιλαμβάνονται τους μελλοντικούς κινδύνους για την πατρίδα και για τις επόμενες γενιές.

Αφορμή για μια συγκριτική αναφορά στο ρόλο των πνευματικών ανθρώπων άλλων εποχών σε αντιπαραβολή με τη σημερινή, υπήρξαν οι πρόσφατες έντονες συζητήσεις και διαξιφισμοί για την ονομασία των Σκοπίων. Αλλά επίσης και η προβολή, σε λίγους μήνες, μιας κινηματογραφικής ταινίας για τον Τρωικό Πόλεμο, στην οποία μαύροι ηθοποιοί υποδύονται το Δία, τον Αχιλλέα και τον Πάτροκλο αλλά και κάποιους Τρώες. Ίσως μερικοί διερωτηθούν δικαιολογημένα ποια σχέση μπορεί να έχουν τα δυο φαινομενικά άσχετα γεγονότα, αν και αναφέρονται σε θεματολογία της ελληνικής ιστορίας! Ας λύσουμε λοιπόν την απορία τους.

Η ελληνική ιστορία και το θαύμα του ελληνικού πολιτισμού εντυπωσίασε τους ιστορικούς και αρχαιολόγους ερευνητές σε όλο τον κόσμο, αλλά και δημιούργησε έντονα συναισθήματα ζήλιας και φθόνου για τους θεωρούμενους ως φυσικούς κληρονόμους των Αρχαίων Ελλήνων, λόγω της κληρονομιάς της ίδιας μετεξελιγμένης γλώσσας και του ίδιου χώρου κατοικίας στον οποίο αναπτύχθηκε αυτός ο ανυπέρβλητος πολιτισμός. Αυτή η ζηλόφθονη συναισθηματική φόρτιση, ανάμεικτη με γεωπολιτικές σκοπιμότητες στα πολιτικά παιχνίδια των μεγάλων δυνάμεων που θέλησαν να ξαναγράψουν την ιστορία για να αιτιολογήσουν την επεκτατική τους πολιτική, οδήγησε λαούς χωρίς καμιά πολιτιστική συμβολή στην ιστορική πορεία της ανθρωπότητας, να επιχειρήσουν να γίνουν συμμέτοχοι αυτού του πολιτισμού. Κάποιοι προσπάθησαν ταυτόχρονα, για να διευκολυνθεί η αλλοίωση και πλαστογράφηση των ιστορικών δεδομένων, να αμφισβητήσουν τα προαναφερόμενα κληρονομικά δικαιώματα του Νεοέλληνα, με θεωρίες που τον διαχωρίζουν πολιτιστικά από τον αρχαίο Έλληνα. Αυτός είναι ο λόγος που τα δυο φαινομενικά ανόμοια γεγονότα που προαναφέραμε (η διαμάχη για το όνομα της άλλοτε γιουγκοσλαβικής Βαρντάρσκα Μπανόβινα και οι μαύροι ηθοποιοί στο φιλμ για τον Τρωικό Πόλεμο) έχουν άμεση σχέση μεταξύ τους, γιατί εντάσσονται στις πολιτικές επιδιώξεις δυο υπερδυνάμεων «για την επανεγγραφή της Ιστορίας». Η «κατασκευή» μιας ψευτομακεδονίας» έγινε στα «πολιτιστικά εργαστήρια» της τέως Σοβιετικής Ένωσης για να διευκολυνθεί η σλαβική κάθοδος στο Αιγαίο. Μετά την κατάρρευση και διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης η απάτη της δημιουργίας «μακεδονικού έθνους» υιοθετήθηκε από τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση (κυρίως τη Γερμανία) στο παιχνίδι του γεωπολιτικού status, για να αποφευχθεί η πολιτική και πολιτιστική επιρροή της Ρωσίας σε ένα πολυεθνικό κρατίδιο της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Όσον αφορά στη χρησιμοποίηση μαύρων ηθοποιών στου ρόλους ηρώων του Τρωικού Πολέμου, από την κριτική που ασκήθηκε από πολιτιστικούς φορείς της Γαλλίας, διαφαίνεται μια γελοία προσπάθεια των ΗΠΑ να διαδώσουν, με την προπαγανδιστική χρήση του τηλεοπτικού θεάματος, την αφροκεντρική θεωρία του Μάρτιν Μπερνάλ για τις σημιτικές και αφρικανικές ρίζες του, όπως υποστηρίζεται, «ψευδεπίγραφου ελληνικού πολιτισμού».

Μπροστά σε τέτοιες πολιτιστικές αλχημείες και απάτες η ελληνική πνευματική ηγεσία, η οποία εκπροσωπείται από φιλολογικές, ιστορικές, αρχαιολογικές ομάδες επιστημόνων αλλά και φορείς που «εκπαιδεύουν» του πολίτες και διαπλάθουν το φρόνημα του λαού (δημοσιογράφοι, εκπαιδευτικοί, συγγραφείς, αρθρογράφοι κλπ), δεν μπόρεσε να οργανωθεί και να αποτελέσει έναν συμπαγή πυρήνα αντιπροπαγάνδας, για να αντικρούσει τη φαιδρή επιχειρηματολογία των πλαστογράφων, η οποία δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τις αρχαίες γραπτές μαρτυρίες και τα αρχαιολογικά ευρήματα. Αυτό το ρόλο τον αναλαμβάνουν κάποιες φορές ξένοι επιστήμονες οι οποίοι αγωνίζονται με σθένος για την ιστορική αλήθεια. Ως παράδειγμα μπορούμε να αναφέρουμε την αμερικανοεβραία καθηγήτρια Μαίρη Λέφκοβιτς η οποία αντιμετώπισε τεράστιες επαγγελματικές δυσκολίες και δικαστικές περιπέτειες, σε μια περίοδο που απέδειξε τη φαιδρότητα των επιχειρημάτων της θεωρίας του Μάρτιν Μπερνάλ. Αντίθετα, δεν είναι δυνατόν να παραβλέψουμε το θλιβερό παράδειγμα της απελπιστικά μεγάλης ενδυνάμωσης του κύκλου των ελλήνων αναθεωρητών της Ιστορίας (οι περισσότεροι είναι κρατικοδίαιτοι), οι οποίοι ως γενίτσαροι, είτε για οικονομικούς λόγους είτε από ιδεολογικές αγκυλώσεις μιας ιδιότυπης ιδιωτείας{1}, στρατεύονται στο πλευρό των πλαστογράφων επικαλούμενοι τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις δημοκρατικές αξίες.

Αυτού του είδους οι αναθεωρητές δεν ανήκουν πολιτικά και ιδεολογικά σε μια μόνον πολιτική παράταξη. Κάποτε, μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων, όταν κάποιος πολίτης διαμαρτύρονταν για την απάτη της πλαστογράφησης της ιστορίας της Μακεδονίας, οι «προοδευτικοί» του κολλούσαν τη ρετσινιά του σοβινιστή και φασίστα. Με τον καιρό αποκαλύφθηκε πως οι Έλληνες «αναθεωρητές της Ιστορίας» (ο λαός τους αποκαλεί «εθνομηδενιστές») ανήκαν σε όλους τους πολιτικούς χώρους και αποτελούσαν πειθήνια όργανα ξένων εντολέων. Αρκεί να υπενθυμίσουμε πως όταν ο συντηρητικός πολιτευτής από τα Ιόνια Νησιά που είχε επαγγελματικές συνεργασίες με τα Σκόπια αποκάλεσε «μπούρδα» τις αντιρρήσεις της Ελλάδας για την αλλαγή της συνταγματικής ονομασίας της FYROM, η πλειονότητα των «προοδευτικών» συμφωνούσε και υπερθεμάτιζε επικαλούμενη το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού των πλαστογράφων. Ίσως ο Μίκης Θεοδωράκης, ένας αναγνωρισμένος Αριστερός αλλά με πίστη στα πατριωτικά ιδεώδη και αξίες, αποκάλυψε πρόσφατα με τον καλύτερο τρόπο την ιδεολογική συμπόρευση (λόγω ηλιθιότητας, κατά την ορολογία του Λένιν) του κομμουνιστικού διεθνισμού με την καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, όταν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να συναινέσει σε μια νέα ονομασία για τα Σκόπια, στην οποία θα υπήρχε η λέξη «Μακεδονία» ή παράγωγά της αλλά και για τον προσδιορισμό της γλώσσας και της εθνικής ταυτότητας των κατοίκων της τέως Βαρντάρσκα Μπανόβινα.

Ο πνευματικός κόσμος της Ελλάδας απουσιάζει παντελώς από την υπάρχουσα σήμερα αναγκαιότητα για ένα πανελλήνιο εγερτήριο αντιπροπαγάνδας, για να διαφυλάξει τον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική ιστορία από τις παιδαριώδεις θεωρίες, οι οποίες δεν βασίζονται σε επιβεβαιωμένες και τεκμηριωμένες ιστορικές πηγές αλλά σε υποθέσεις και φανταστικά σενάρια. Για παράδειγμα, οι Σλάβοι της Βαρντάρσκα ποτέ δεν παρουσίασαν γραπτά αρχαία κείμενα ή ανασκαφικά ευρήματα για να θεμελιώσουν τα επιχειρήματά τους, αλλά προσπαθούν να αποδείξουν πως οι Μακεδόνες δεν ήταν Έλληνες και «άρα ήταν Σλάβοι». Δικολαβίστικα επιχειρήματα κατάλληλα για κρετίνους πολιτικούς που παριστάνουν τους ηγέτες του «Ελεύθερου και Πολιτισμένου Κόσμου». Αυτό το εγερτήριο το είχα προτείνει και διατυπώσει για πρώτη φορά στο οπισθόφυλλο του μυθιστορήματος που είχα εκδώσει το 1991, για τον Περσέα (τον τελευταίο βασιλιά της Μακεδονίας), αλλά στη συνέχεια και σε πλήθος άρθρων μου για την μεγαλύτερη πολιτιστική απάτη του 20ου αιώνα που εξυφάνθηκε στα Τιτοσταλινικά εργαστήρια προπαγάνδας. Είχα επανειλημμένα γράψει πως το πρόβλημα θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί με επιστημονική σωφροσύνη από ειδικούς Έλληνες και ξένους επιστήμονες (ιστορικούς, αρχαιολόγους, επιγραφολόγους, νομισματολόγους κ.λ.π.), σε ένα διεθνές συνέδριο στο εξωτερικό (Γαλλία, Ελβετία) ή σε πόλη της Αρχαίας Μακεδονίας (Πέλλα, Βεργίνα, Αμφίπολη). Με τέτοια δεδομένα η πολιτική εξέλιξη των γεγονότων θα ήταν διαφορετική, λόγω και της πολιτικής επιρροής στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πολλών και γνωστών διανοουμένων που αποδέχονται απροκάλυπτα τις ελληνικές θέσεις.

Στις ατεκμηρίωτες θεωρίες για να ξαναγραφτεί η ελληνική ιστορία με βάση πολιτικές σκοπιμότητες, η ελληνική επιχειρηματολογία βασίστηκε σε μεμονωμένες καλοπροαίρετες προσπάθειες ιστορικών και άλλων ερευνητών. Με ασύνδετα μεταξύ τους επιχειρήματα προσπάθησαν να αντικρούσουν τους πλαστογράφους διάφοροι σύλλογοι και σωματεία, με αρθρογραφίες και πατριωτικές εκδηλώσεις αλλά χωρίς την ύπαρξη οργανωμένων επιστημονικών ομάδων από ειδικούς. Οι περισσότεροι επίσης πολιτικοί ηγέτες (δικηγόροι, μηχανικοί, γιατροί, καλλιτέχνες, επιχειρηματίες, δημοσιογράφοι) με επιστημονική εξειδίκευση που τους καθιστά ακατάλληλους να αντιμετωπίσουν με πληρότητα τα ιστορικά και αρχαιολογικά θέματα, παρασύρονται στα πολιτικογεωστρατηγικά πλαίσια συζήτησης που θέτουν αυτοί που θέλουν να ξαναγράψουν την ιστορία. Η ουσία της πλαστογράφησης μιας ιστορίας δεν είναι πολιτικό πρόβλημα. Με τις δικαιολογημένες φωνασκίες αγανάκτησης δεν καταρρίπτονται και οι γελοιωδέστερες θεωρίες. Χρειάζεται η επιστημονική τεκμηρίωση και η οργανωμένη ομάδα των ειδικών, η οποία θα συνεργάζεται στενά με τους πολιτικούς και διπλωμάτες. Η έλλειψη αυτού του είδους εθνικής (και όχι κομματικής) οργάνωσης του ελληνικού πνευματικού κόσμου, οδήγησε τη χώρα σε μια ταπεινωτική ήττα, σε μια πολιτιστική διαμάχη για την ιστορία του μακεδονικού ελληνισμού, στην οποία η απάτη και η διαστρέβλωση των ιστορικών γεγονότων ήταν προφανής, όπως ήταν προφανείς και οι γεωστρατηγικοί στόχοι των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να στηρίξουν τους πλαστογράφους. Το πρόβλημα ξεκίνησε από τη Ρωσία που προσπαθούσε να βρει διέξοδο προς το Αιγαίο μέσω Βουλγαρίας, αλλά με το χρόνο έφτασε στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο και από εκεί στα Δυτικοευρωπαϊκά «μαγειρεία», για να αποδείξει τελικά πως με την παρέλευση κάποιων δεκαετιών και η μεγαλύτερη απάτη είναι δυνατόν να μεταλλαχθεί ταχυδακτυλουργικά de facto και de jure σε αναμφισβήτητη αλήθεια. Αυτό ας το έχουμε υπόψη και για τις πέντε προσπάθειες, από την αρχαιότητα και μέχρι σήμερα, για να πλαστογραφηθεί η ελληνική ιστορία. Οι δυο από αυτές πέτυχαν το στόχο τους. Γι’ αυτό όμως το θέμα θα μιλήσουμε στο Β’ Μέρος αυτού του άρθρου.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ

{1}.- Η  ιδιωτεία στην ιατρική ορολογία είναι o ακραίoς βαθμός διανοητικής ανεπάρκειας. Στις λατινογενείς γλώσσες η λέξη «ιδιώτης» (idiot) έχει την ίδια έννοια με την ιδιωτεία. Με αυτή την έννοια βρίσκουμε τη λέξη στον όρο που διατύπωσε ο Λένιν στα γερμανικά, την εποχή που ετοιμαζόταν να μεταβεί με τους συντρόφους του από το Βερολίνο στη Ρωσία για να ξεκινήσει την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917. Όταν τον ρώτησαν ποιος ήταν ο τελευταίος πέμπτος από τους «πυλώνες» που, όπως είπε, θα στήριζαν το επαναστατικό εγχείρημα, απάντησε πως θα ήταν οι «nützliche Idioten» (οι χρήσιμοι ηλίθιοι), οι αυτόκλητοι και ανένταχτοι ιδεολόγοι των ευρωπαϊκών κρατών, οι οποίοι θα συντελούσαν με την προπαγάνδα τους ή την εθελοντική συμμετοχή τους στην επιτυχία του επαναστατικού αγώνα. Είναι γνωστό πως ο Λένιν, αυτούς τους μη κομματικά και επαναστατικά ενταγμένους Αριστερούς, τους αντιμετώπιζε απαξιωτικά, διότι θεωρούσε πως αυτού του είδους ο σοσιαλισμός «είναι μια αρρώστια του κομμουνισμού». 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ ΕΔΩ

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

You may also like

Ο «Αλβανός» Αχιλλέας και οι ανθελληνικές προκλήσεις των αναθεωρητών της Ιστορίας

Η έκτη απόπειρα αναθεωρητισμού της Ιστορίας και οι