Οι δύο πλαστογράφησεις της ιστορίας του μακεδονικού ελληνισμού

Οι δύο πλαστογράφησεις της ιστορίας του μακεδονικού ελληνισμού

Εθνικός στόχος ο αγώνας ενάντια στη δικαίωση της πολιτιστικής απάτης

Οι πέντε πλαστογραφήσεις της ελληνικής ιστορίας
Η γενικευμένη αποδοχή της πολιτιστικής απάτης

Άρθρο του Σωκράτη Β. Σίσκου
Β’ ΜΕΡΟΣ

Στο Α΄ Μέρος του άρθρου είχαμε επισημάνει πως, από την αρχαιότητα και μέχρι σήμερα, έγιναν πέντε κακόβουλες αναθεωρητικές ιστορικοπολιτιστικές παρεμβάσεις για να πλαστογραφηθεί η ελληνική ιστορία. Οι δυο από αυτές, με επίκεντρο τον μακεδονικό ελληνισμό, πέτυχαν το στόχο τους. Η πρώτη, άριστα οργανωμένη και εκτελεσμένη με κυνικό αλλά εντυπωσιακά άψογο τρόπο, πραγματοποιήθηκε από τη Ρώμη για να τορπιλίσει τη συνένωση των ελληνικών πόλεων/κρατών στις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ. Έτσι, ο ύπατος Τίτος Κόιντος Φλαμινίνος κατάφερε, όπως μας πληροφορεί ο Πλούταρχος, να επιτύχει την ειρηνική κατάκτηση της Ελλάδας εύκολα και «εν βραχεί χρόνω, τάχα που και θεού συνεφαπτόμενου καυτά αυτοίς υπήκοα γενέσθαι» (μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα και με τη βοήθεια του θεού, όλοι γενικά υποτάχθηκαν στους Ρωμαίους).

Η δεύτερη πετυχημένη πλαστογράφηση αφορά στη Βαρντάρσκα Μπανόβινα, η οποία κατάφερε να αναγνωριστεί ως Μακεδονία από εκατόν σαράντα περίπου κράτη. Γι’ αυτή τη θλιβερή διπλωματική αποτυχία της Ελλάδας έχουν γραφτεί ολόκληροι τόμοι και σχεδόν όλοι οι Έλληνες γνωρίζουν σε γενικές γραμμές το πρόβλημα της ονομασίας που συζητιέται καθημερινά και έντονα αυτή την περίοδο στη χώρα μας αλλά και στον απόδημο ελληνισμό. Σε βιβλία μου και σε άρθρα μου έχω, κατά καιρούς, αναφερθεί διεξοδικά στο θέμα της πλαστογράφησης της ιστορίας του μακεδονικού ελληνισμού και φυσικά ο περιορισμένος χώρος αυτού του άρθρου δεν επιτρέπει μια αναλυτική αναφορά στο γενικότερο πρόβλημα. Θα πρέπει αυτή τη στιγμή που το θέμα της ονομασίας της Βαρντάρσκα βρίσκεται στην κορύφωση διεργασιών και εξωγενών πιέσεων και αντιπαρερχόμενοι τα φοβερά διπλωματικά και πολιτικά λάθη που έγιναν από ελληνικές κυβερνήσεις, να επικεντρωθούμε σε μια εθνική προσπάθεια ώστε να μην δικαιωθεί μια πολιτιστική απάτη, η οποία θα έχει βαρύνουσες και ζοφερές μελλοντικές επιπτώσεις για την Ελλάδα. Πάντως, επειδή η πολύχρονη διελκυστίνδα του ονόματος της πρώην Βαρντάρσκα έγινε πραγματικό σίριαλ από έναν ανεκδιήγητο και αναξιόπιστο Αμερικανό μεσολαβητή και ο μέσος Έλληνας γνωρίζει πλέον και λεπτομέρειες αυτού του προβλήματος, δεν θα επιχειρήσουμε μια χιλιοειπωμένη ανάπτυξη του θέματος. Συνεπώς, θα συνεχίσουμε το άρθρο παρουσιάζοντας περιληπτικά την άγνωστη σε πολλούς πρώτη περίπτωση της επιτυχημένης πλαστογράφησης της ελληνικής ιστορίας από τους Ρωμαίους, σε μια προσπάθεια για να εμφανισθούν οι Λατίνοι ως γνήσιοι απόγονοι των Ελλήνων και ως μόνοι ικανοί να «προστατεύσουν την Ελλάδα και την ελευθερία των ελληνικών κρατών» από τους Μακεδόνες.

Μετά την εκστρατεία του Αννίβα στη Ιταλία κατά τον Β’ Καρχηδονιακό Πόλεμο και τις νικηφόρες μάχες του από το 218 και ως το 216 π.Χ. ήταν ορατός ο κίνδυνος πως ο καρχηδόνιος στρατηλάτης θα μπορούσε να φθάσει, κατά τις ρωμαϊκές εκτιμήσεις, «προ των πυλών της Ρώμης» (Hannibal ante portas Roma). Ο κίνδυνος ήταν μεγαλύτερος όταν οι Ρωμαίοι διαπίστωσαν, από τη σύλληψη αγγελιοφόρων, πως γίνονταν συνεννοήσεις ανάμεσα στον Αννίβα και στο βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο Ε’ για κοινή δράση των στρατιωτικών τους δυνάμεων στη Νότια Ιταλία, στις περιοχές της «Μεγάλης Ελλάδας» (Magna Craecia). Ο κίνδυνος για τη Ρώμη ήταν τεράστιος αν ενώνονταν οι πανίσχυρες στρατιωτικές φάλαγγες των δυο κρατών. Η στρατηγική της ρωμαϊκής συγκλήτου, με ταχύτατη και άμεση εφαρμογή, απέβλεπε στη δημιουργία φιλικών συμμαχιών εναντίον των Μακεδόνων μέσα στην Ελλάδα. Η συμμαχία τους με την Αιτωλική Συμπολιτεία και οι χερσαίες και ναυτικές επιχειρήσεις εναντίον μακεδονικών στρατιωτικών βάσεων στη Στερεά Ελλάδα και στα Ιόνια Νησιά (κυρίως Ζάκυνθο και Κέρκυρα), ανάγκασαν το Φίλιππο Ε’ να αναδιπλωθεί και να ενισχύσει τις μακεδονικές φάλαγγες στον ελλαδικό χώρο.

Όταν τελικά οι Ρωμαίοι νίκησαν τον Αννίβα, οι στρατηγικές επιδιώξεις τους απέβλεπαν στην αποδυνάμωση της ισχυρότερης ελληνικής δύναμης που θα μπορούσε, με συμμαχίες άλλων ελληνικών κρατών/πόλεων, να εμποδίσει την επέκταση της Ρώμης προς τη Μικρά Ασία, όπου υπήρχε ήδη το φιλικό ρωμαϊκό προπύργιο του Αττάλου της Περγάμου. Οι ρωμαϊκοί προπαγανδιστικοί μηχανισμοί ξέθαψαν παλιούς μύθους για την δήθεν ελληνική καταγωγή των Λατίνων και σε λιγότερο από μια δεκαετία η Ρώμη κατάφερε να εμφανίζεται ως η μοναδική ισχυρή στρατιωτική δύναμη που θα μπορούσε να εγγυηθεί την αυτονομία των μικρών ελληνικών πόλεων/κρατών. Με τη σύναψη στρατιωτικών συμφωνιών κυρίως με την Αιτωλική Συμπολιτεία και την Αθήνα και με την ενίσχυση του Άτταλου, κατόρθωσαν οι ρωμαϊκές λεγεώνες να πατήσουν για πρώτη φορά σε ελληνικό έδαφος και να «προσκληθεί» μονάδα του στόλου τους στη Ναύπακτο{1}. Τελικά, το 197 π.Χ., κατόρθωσαν, με τη σύμπραξη των Αιτωλών, των Αθηναίων, των Ροδίων, του Άτταλου της Περγάμου και άλλων Ελλήνων συμμάχων τους, να ταπεινώσουν στρατιωτικά το Φίλιππο Ε’ στην καθοριστική μάχη των «Κυνός Κεφαλών» και να τον αναγκάσουν να περιορίσει τη στρατιωτική του δραστηριότητα στα όρια του μακεδονικού κράτους. Στη συνθήκη ειρήνης τέθηκαν υπερβολικά σκληροί όροι και ως εγγύηση η παράδοση, ως ομήρου, του μικρότερου γιου του μακεδόνα βασιλιά.

Ο Φίλιππος Ε’ είχε απόλυτα εξουδετερωθεί και ήταν υποχρεωμένος να ακολουθεί τις υποδείξεις των νικητών. Τώρα ήταν η σειρά του δεύτερου ισχυρού ελληνικού κράτους. Λίγα χρόνια μετά τη μάχη στις «Κυνός Κεφαλές», όλα τα ελληνικά κράτη, αδύναμα και ξεδοντιασμένα, κατάντησαν δουλικά υποχείρια στις θελήσεις της Ρώμης. Ήταν πλέον η σειρά του βασιλιά της Σπάρτης Νάβη. Η Αιτωλική και η Αχαϊκή Συμπολιτεία μαζί και με τους Αθηναίους και τους Μακεδόνες, συνέπραξαν με τους Ρωμαίους για να εκμηδενίσουν κάθε αντίσταση των Σπαρτιατών. Δεν πέρασαν ούτε εφτά χρόνια από τη μάχη των «Κυνός Κεφαλών» που οι Αιτωλοί, στους οποίους κυρίως οφείλεται κατά τους ιστορικούς η νίκη των Ρωμαίων, είχαν πρώτοι τη χειρότερη μοίρα σε σύγκριση με όλους τους άλλους Έλληνες. Οι Ρωμαίοι κατέστρεψαν και διέλυσαν την Αιτωλική Συμπολιτεία, την οποία προσάρτησαν ως επαρχία στο ρωμαϊκό κράτος. Όλα τα άλλα ελληνικά κράτη/πόλεις θα έχαναν, χωρίς πλέον προσχήματα, την κυριαρχία και αυτονομία τους μετά τη μάχη της Πύδνας και την καταστροφή της Κορίνθου.

Πολλοί εχέφρονες Έλληνες, όπως ο Αιτωλός Αγέλαος{2}, είχαν διαβλέψει πριν από αρκετά χρόνια τον κίνδυνο από τα «εσπέρας νέφη» και έκαναν έκκληση κυρίως στο Φίλιππο Ε’, στην Αχαϊκή και στην Αιτωλική Συμπολιτεία, στην Αθήνα και στη Σπάρτη αλλά και στις άλλες ελληνικές πόλεις, να αφήσουν τις διχόνοιες και τις εμφύλιες συγκρούσεις για να αντιμετωπίσουν τη διαφαινόμενη ρωμαϊκή απειλή. Ήταν ίσως το τελευταίο αλλά και πάλι αποτυχημένο πανελλήνιο σάλπισμα, όπως παλαιότερα του Ισοκράτη, για τη συνένωση όλων των Ελλήνων και τη δημιουργία μιας παντοδύναμης στρατιωτικής συμμαχίας. Σε εκείνη την κρίσιμη στιγμή που δημιουργούνταν στην Ιταλία μια ενιαία και τεράστια υπερδύναμη, οι τοπικιστικοί φανατισμοί και η εγκληματική για την Ελλάδα μυωπική και αγκυλωμένη ιδεολογία της αυτονομίας των μικρών πόλεων/κρατών, τα οποία ήταν ανίκανα να αντιμετωπίσουν έστω και μια ρωμαϊκή λεγεώνα, επέτρεψε στη Ρώμη να επεκταθεί, μέσω της Ελλάδας προς την Ασία και την Αφρική και να μετατραπεί από κράτος σε αυτοκρατορία. Χαρακτηριστική είναι η απεικόνιση των δυο ιδεολογιών που εκφράζονταν από τις δυο πολιτικές τάσεις των φιλορωμαίων και των πανελλήνων (φιλομακεδόνων), οι οποίες εκφράστηκαν από τους αντιπροσώπους των Αιτωλών και των Ακαρνάνων στην Απέλλα της Σπάρτης. Πριν οι Αιτωλοί επιτεθούν μαζί με τους Ηλείους συμμάχους τους στην Αχαϊκή Συμπολιτεία το 211 π.Χ., κατέλαβαν κάποια εδάφη της γειτονικής Ακαρνανίας η οποία ήταν σύμμαχος των Μακεδόνων. Και οι Ακαρνάνες αλλά και οι Αιτωλοί επιζητούσαν τη συμμαχία της Σπάρτης και γι’ αυτό έστειλαν ταυτόχρονα αντιπροσώπους, με τον πρέσβη της Ακαρνανίας Λυκίσκο να προσπαθεί να εξασφαλίσει την ουδετερότητα των Σπαρτιατών. Ο αντιπρόσωπος των Αιτωλών Χλαινέας κατηγορούσε τους Μακεδόνες για «δεσποτική κυριαρχία σε όλη την Ελλάδα», ενώ ο Λυκίσκος κατηγόρησε τους Αιτωλούς «για τη συμμαχία τους με μια ξένη δύναμη (τους Ρωμαίους) παραβλέποντας τους κινδύνους που ελλοχεύουν για την Ελλάδα». Όμως, οι παρανοϊκές αντιθέσεις των ελληνικών κρατών οδήγησαν σε ακατανόητες συμμαχίες που, σταδιακά, τους έφθειραν και μοιραία διευκόλυναν τη Ρώμη να φτάσει ευκολότερα στους στόχους της.

Μια τελευταία ευκαιρία σωτηρίας της Ελλάδας πριν από την καταστροφική λαίλαπα της ρωμαιοκρατίας δόθηκε το 192 π.Χ., όταν ο βασιλιάς του ελληνιστικού κράτους των Σελευκιδών (της Συρίας), ο Αντίγονος Γ’, επενέβη στρατιωτικά το 192 π.Χ. στην Ελλάδα και κήρυξε τον πόλεμο στους Ρωμαίους. Είχε συμμαχήσει με τους αλλοπρόσαλλους Αιτωλούς οι οποίοι εξαγριώθηκαν με τη Ρώμη διότι δεν ικανοποίησε τις απαιτήσεις τους, μετά τον Β’ Μακεδονικό Πόλεμο και την τεράστια συμβολή τους στην ήττα του Φίλιππου Ε’ κατά τη μάχη στις «Κυνός Κεφαλές», για παραχώρηση και άλλων εδαφών από άλλα γειτονικά τους ελληνικά κράτη. Ο τότε σύμβουλος του βασιλιά, ο αυτοεξόριστος στρατηγός των Καρχηδονίων Αννίβας, συμβούλεψε τον Αντίγονο να μην προβεί σε καμιά εχθρική ενέργεια προς τη Ρώμη, αν πρώτα δεν εξασφάλιζε τη συμμαχία της κάπως ισχυρής ακόμα Μακεδονίας αλλά και άλλων ελληνικών κρατών, όπως της Αχαϊκής Συμπολιτείας. Δυστυχώς δεν εισακούστηκε και η καταστροφή ήταν αναπότρεπτη. Οι στρατιωτικές δυνάμεις του Σελευκίδη βασιλιά και των Αιτωλών διαλύθηκαν στη μάχη των Θερμοπυλών του 191 π.Χ. Από εδώ και πέρα οι «Λατίνοι απόγονοι των Ελλήνων» έδειξαν το πραγματικό πρόσωπο του σκληρού και άτεγκτου κατακτητή. Οι κοσμοκράτορες ξαναβρήκαν τις πραγματικές προγονικές τους ρίζες και άρχισαν να νιώθουν απέχθεια για τους κατακτημένους και δουλικά συμπεριφερόμενους Γραικύλους.

Τα περισσότερα κείμενα από τα προαναφερόμενα γεγονότα έχουν με λεπτομέρειες αναλυθεί σε τέσσερα άρθρα της ίδιας θεματολογίας, τα οποία δημοσιεύτηκαν στη «Νέα Πρωινή» τον Αύγουστο του 2017 και λίγο αργότερα και στην επίσης έγκυρη εφημερίδα των Σερρών «Η Πρόοδος». Οι αναγνώστες που ενδιαφέρονται για μια πληρέστερη τεκμηριωμένη ενημέρωση για τα ιστορικά γεγονότα αυτής της περιόδου, μπορούν να βρουν τα άρθρα στα ηλεκτρονικά αρχεία των δυο αυτών εφημερίδων.

Στο επόμενο Γ’ Μέρος του άρθρου θα αναφερθούμε στις υπόλοιπες τρεις προσπάθειες αναθεώρησης και διαστροφής των γεγονότων της ελληνικής ιστορίας.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

{1}.- Ο πραίτορας Μάρκος Βαλέριος Λαιβίνος (M. Valerius Laevinus) είχε αρχίσει τις μυστικές διαπραγματεύσεις για τη σύναψη μιας «αντιμακεδονικής» συμφωνίας με τον Δορύμαχο, ένα από τα ηγετικά στελέχη της Αιτωλικής Συμπολιτεία. Το Σεπτέμβρη του 212 π. Χ. ο Μ. Β. Λαιβίνος προσκλήθηκε από το Σκόπα, τον ανώτατο άρχοντα της Αιτωλικής Συμπολιτείας και παραβρέθηκε, ως τιμώμενο πρόσωπο, στην Παναιτωλική Συνέλευση. Η μοίρα του ρωμαϊκού στόλου που διοικούσε ο Λαιβίνος κατέπλευσε στο λιμάνι της Ναυπάκτου.

{2}.-  Στα μέσα του 3ου π.Χ. αιώνα τα διάφορα ελληνικά κράτη είχαν επιδοθεί, ως συνήθως, σε αιματηρούς και καταστροφικούς πολέμους συνάπτοντας ευκαιριακές και εναλλασσόμενες συμμαχίες. Ο τότε βασιλιάς της Μακεδονίας Δημήτριος Β’ της δυναστείας των Αντιγονιδών, αντιμετώπισε με επιτυχία τις συνασπισμένες δυνάμεις της Αιτωλικής και Αχαϊκής Συμπολιτείας. Λίγα χρόνια αργότερα, η Αχαϊκή Συμπολιτεία με αρχηγό τον Άρατο τον πρεσβύτερο, συμμάχησε με τη Μακεδονία του Αντίγονου Γ’ του Δώσωνα και το 222 π.Χ. κατατρόπωσε τις δυνάμεις της Σπάρτης του Κλεομένη Γ’.  Στον 2ο Συμμαχικό Πόλεμο του 220π.Χ., οι συνασπισμένες δυνάμεις της Αχαϊκής Συμπολιτείας του Άρατου και της Μακεδονίας του νέου βασιλιά Φίλιππου Ε’, κατατρόπωσαν και πάλι το στρατό της Σπάρτης ο οποίος είχε ενισχυθεί από δυνάμεις του φανατικού φιλορωμαίου βασιλιά του ελληνιστικού κράτους της Περγάμου, του Άτταλου Β’ του Σωτήρα.  Ο πόλεμος αυτός έληξε  με την ειρήνη που συμφωνήθηκε, το 217 π.Χ. στο Συνέδριο που συγκλήθηκε στα Κοίλα της Ναυπάκτου. Εκεί, σ’ αυτό το πανελλήνιο συνέδριο, έγινε ταυτόχρονα μια προσπάθεια για τη συνένωση όλων των ελληνικών δυνάμεων. Τότε ήταν που ο στρατηγός των Αιτωλών Αγέλαος, απευθυνόμενος στο Φίλιππο Ε’ του ζήτησε, με τη δύναμη του ισχυρότερου έλληνα ηγέτη, να συμβάλει στην ομόνοια και στην πολιτική ένωση όλων των Ελλήνων. Ήταν συμφιλιωτικές αλλά και ρεαλιστικές οι παραινέσεις του Αγέλαου του Ναυπάκτιου. Σε μια συγκινητική αποστροφή του λόγου του είπε πως φοβόταν, γιατί αν ποτέ τα σύννεφα της Δύσης («τα από εσπέρας νέφη») έρθουν στην Ελλάδα, οι Έλληνες, χωρίς να μπορούν και χωρίς να το θέλουν, θα σταματήσουν τις φιλονικίες, τις ευκαιριακές συμμαχίες και τους συμβιβασμούς και θα παρακαλούν του θεούς να τους ξαναδώσουν την ελευθερία τους για να ρυθμίζουν μόνοι τις διαφορές τους. Και τελειώνοντας συμπλήρωσε: «Όμως, τότε θα είναι πολύ αργά!».  Η προφητεία του Αγέλαου επιβεβαιώθηκε ακριβώς μετά από μισόν αιώνα, όταν οι Ρωμαίοι κατέλαβαν τη Μακεδονία (μετά τη μάχη της Πύδνας, το 168 π.Χ.) και στη συνέχεια, σταδιακά και με τη μέθοδο του «κομμένου σαλαμιού» υποδούλωσαν όλη την Ελλάδα, μετά την ήττα των Ελλήνων στη Λευκόπετρα και την καταστροφή της Κορίνθου το 146 π.Χ. 

Διαβάστε ακόμα

Η κατάρα των «αναθεωρητών» και η διαστρέβλωση της Ελληνικής Ιστορίας

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ ΕΔΩ

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

You may also like

Οι Τούρκοι επιδιώκουν να ξαναγράψουν την Ιστορία της Ιωνίας

Ένα παράδειγμα για το που μας οδηγοί η