Όταν οι Γερμανοί προσπάθησαν να ξαναγράψουν την (Ελληνική) Ιστορία

Όταν οι Γερμανοί προσπάθησαν να ξαναγράψουν την (Ελληνική) Ιστορία

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204.

Η προπαγάνδα από τη Δύσης εναντίον του Ελληνισμού από την περίοδο του Μεσαίωνα μέχρι και σήμερα

Οι πέντε πλαστογραφήσεις της ελληνικής ιστορίας
Απόγονοι χωρίς προγόνους

Άρθρο του Σωκράτη Β. Σίσκου
Γ’ ΜΕΡΟΣ

Οι πολιτικές, πολιτιστικές ή ιδεολογικές θέσεις και απόψεις που χαρακτηρίζουν τη γενικότερη συμπεριφορά των Γερμανών απέναντι στην Ελλάδα και στους Έλληνες, θα μπορούσε κάποιος να ισχυρισθεί πως διακρίνονται από τον ανεξήγητο παραλογισμό μιας απέραντης αγάπης, μιας απροσμέτρητης λατρείας για κάθε τι ελληνικό και ένα άσβεστο μίσος για τον Έλληνα ή, για να ακριβολογούμε για το Νεοέλληνα, που εμφανίστηκε στο προσκήνιο της ιστορίας μετά την ανεξαρτησία του από τον Οθωμανικό ζυγό και διεκδίκησε το κληρονομικό δικαίωμα της αρχαίας ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς.

Αυτό το δικαίωμα της «συγκληρονομικότητας» του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής ιστορίας, το οποίο εμφανίζεται σε κάπως αφανή και συγκαλυμμένη μορφή σε όλα σχεδόν τα δυτικοευρωπαϊκά κράτη, στη Γερμανία εκφράστηκε κατά καιρούς από διανοούμενους με το πάθος μιας «επιθυμίας» να μοιάσουν οι Γερμανοί{1} τους Αρχαίους Έλληνες. Μεταγενέστερα και στη χρονική διάρκεια μεταξύ των δυο παγκόσμιων πολέμων, η απλή επιθυμία μετουσιώθηκε στην πεποίθηση πως οι Γερμανοί «είναι οι αποκλειστικοί κληρονόμοι των Αρχαίων Ελλήνων». Ήταν μια προπαγανδιστική προσπάθεια της ναζιστικής Γερμανίας, η οποία όμως είχε ένα ιδεολογικό υπόβαθρο που ρίζωσε στην άγνοια και στις ιδεοληψίες της Ευρώπης του Μεσαίωνα. Μιας σκοταδιστικής Ευρώπης των προλήψεων και της βαρβαρότητας, η οποία με εξαίρεση το νοτιοδυτικό τμήμα της που διατήρησε τη λατινική γλώσσα και κάποια ίχνη του ρωμαϊκού πολιτισμού, δεν είχε τον κατάλληλο γραπτό λόγο για να καταγράψει το πολιτιστικό της παρελθόν. Αυτοί οι λαοί της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης που δεν έχουν γραπτό ιστορικό παρελθόν πριν από την Αναγέννηση αλλά μια «Ιστορία Θρύλων», είναι απόγονοι άγνωστων προγόνων. Αυτό το συναίσθημα κατωτερότητας είχε θεμελιωθεί και σε δυσφημιστικές αντιλήψεις για τον «Έλληνα» από τον 8ο αιώνα, από την εποχή του Καρλομάγνου και μεταγενέστερα μετά το θρησκευτικό σχίσμα, με το οποίο τα δυο τμήματα της πρώην Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήρθαν σε πολιτική, πολιτιστική και ηθικοπνευματική ρήξη. Κατά τον μεγάλο Άγγλο βυζαντινολόγο Στίβεν Ράνσιμαν{2} το δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας είχε βυθιστεί στο σκοταδισμό και στη βαρβαρότητα, ενώ το ανατολικό που οι Δυτικοί το αποκαλούσαν απαξιωτικά Regnum Graecorum με έδρα την Κωνσταντινούπολη, είχε αναπτύξει έναν αξιόλογο πολιτισμό.

Οι χρονικογράφοι του Μεσαίωνα είχαν επιδοθεί σε μια εκστρατεία λάσπης εναντίον των «αναξιόπιστων, αιρετικών, απολίτιστων και πανούργων Ελλήνων», οι οποίοι δεν είχαν κανένα νόμιμο κληρονομικό δικαίωμα από το μεγαλείο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αυτό το δικαίωμα ανήκε αποκλειστικά στον Καρλομάγνο και στους μετά από αυτόν ηγεμόνες της Δύσης, όπως π.Χ. στο βασιλιά Όθωνα της Αγίας Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Νεότεροι ιστορικοί βυζαντινολόγοι, ακολουθώντας την ίδια αμερόληπτη επιστημονική τεκμηρίωση του Ράνσιμαν, παρουσιάζουν ανάγλυφα αυτό το κλίμα μίσους και διαστροφής των γεγονότων από τους χρονικογράφους, με σκοπό να δυσφημήσουν ότι είχε σχέση με την ελληνική κουλτούρα και την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Σε άρθρο που δημοσίευσε στην «Εφημερίδα των Λογίων» ο γάλλος ιστορικός Πωλ Λεμέρλ με τίτλο «Présence de Byzance», τονίζει την έντονη πολιτική, θρησκευτική και πολιτιστική παρουσία του Βυζαντίου στην ιστορία και αναλύει το συγκρουσιακό χαρακτήρα των Δυτικοευρωπαϊκών αντιλήψεων για τους «Graeci» επισημαίνοντας: «Είναι αλήθεια πως το άλλο μισό του χριστιανικού κόσμου (η Δύση), παρουσίασε το Βυζάντιο πολύ διαφορετικά. Καθώς η Ανατολική Αυτοκρατορία είχε, για μεγάλο διάστημα επιβιώσει, είχε δημιουργηθεί η εντύπωση πως ήταν ο διαχειριστής της ελληνικής παράδοσης, ο νόμιμος κληρονόμος των Ρωμαίων και ο εγγυητής της πρωτότυπης καθαρότητας της (χριστιανικής) πίστης. Στη Δύση, κατά το Μεσαίωνα, οι αντιπαλότητες και οι δογματικές αντιλήψεις για τη Μοναρχία και τις ολοκληρωτικές θέσεις της (παπικής) εκκλησίας, αλλά και η κολεγιακή και πολιτική νοοτροπία της Κωνσταντινούπολης, οδήγησαν αργά σε μια (αναπόφευκτη) αντίληψη ενός σχίσματος…[…]. Η Βυζαντινή Ορθοδοξία έγινε για τη Δύση αιρετική, χάνοντας έτσι το δικαίωμα του σεβασμού, αλλά και της ύπαρξής της».

Ο αυστριακός βυζαντινολόγος Otto Mazal, διατύπωσε παρόμοιες απόψεις με τον Λεμέρλ και γράφει: «Οι ρίζες της αρνητικής άποψης της Δύσης, η οποία έκρινε τη βυζαντινή εποχή ως μια συνεχή πορεία κατάπτωσης και άρνησης του πολιτισμού της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας, βρίσκονται στους χρονικογράφους του Μεσαίωνα. Κατ’ αυτούς, μόνο στους δυτικούς αυτοκράτορες ανήκε το Imperium Romanorum (η αυτόκρατορική εξουσία των Ρωμαίων), γιατί το αιρετικό ανατολικό κράτος, ως Regnum Graecorum{3} (Βασίλειο των Ελλήνων), είχε απολέσει τον οικουμενικό χαρακτήρα του και είχε αποκλεισθεί από τη σκηνή της (ευρωπαϊκής) ιστορίας».

Επειδή τα επιτεύγματα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού αλλά και οι πνευματικές δημιουργίες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας τους ήταν άγνωστες, πρόβαλλαν δυσφημιστικά για τους Έλληνες κείμενα τα οποία επέλεγαν από ρωμαίους ποιητές και ιστορικούς{4}. Τα πνευματικά δημιουργήματα των λογίων του Βυζαντίου οι οποίοι κατέφυγαν στη Δύση πριν από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και συντέλεσαν σημαντικά στην επιτάχυνση της Αναγέννησης, είτε παρέμειναν ανέκδοτα στις βιβλιοθήκες του Βατικανού είτε, κι’ όταν μεταφράζονταν στα λατινικά, δεν λαμβάνονταν υπόψη από την μεγάλη μερίδα των διαμορφωτών της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε τον πνευματικό πλούτο των χειρογράφων του Έλληνα καρδινάλιου Βασίλειου Βεσσαρίωνα που βρίσκονται στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη ή τα έργα του Δημητρίου Χαλκοκονδύλη (εξαδέλφου του επίσης λόγιου Λαόνικου Χαλκοκονδύλη) τα οποία κοσμούν και σήμερα τα πνευματικά ιδρύματα στη Βενετία, στη Φλωρεντία ή στη Ρώμη. Αξίζει να αναφέρουμε πως ο Χαλκοκονδύλης είχε εκδώσει το 1499 στο Μιλάνο την αρχαιότερη εγκυκλοπαίδεια/λεξικό του 10ου αιώνα, τη Σούδα ή Σουίδα, με χιλιάδες λήμματα από την αρχαιοελληνική και βυζαντινή γραμματεία. Αυτή, η πρώτη εγκυκλοπαίδεια του κόσμου, υπήρξε σημαντικό πνευματικό εργαλείο για τους διανοούμενους της Αναγέννησης και του μετέπειτα ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.

Αυτή η δυσφημιστική για τους Έλληνες δυτικοευρωπαϊκή μεσαιωνική παράδοση συνεχίστηκε, άλλοτε με εμφανή και άλλοτε με διφορούμενο λόγο και όταν τα αρχαιοελληνικά πολιτιστικά επιτεύγματα έγιναν γνωστά στη Δύση και αποτέλεσαν, μαζί με τη ρωμαϊκή πολιτιστική κληρονομιά, τη βάση του σύγχρονου ευρωπαϊκού πολιτισμού. Με τον τρόπο αυτό εμπέδωσαν μια γενική αντίληψη στους ευρωπαϊκούς λαούς πως ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είναι κτήμα όλων των λαών της Ευρώπης και συνεπώς ο πανούργος, ο αιρετικός, ο αναξιόπιστος και «perfide» (δόλιος, ύπουλος, άπιστος) Νεοέλληνας, ο οποίος δεν έχει στις φλέβες του «ούτε μια σταγόνα αρχαιοελληνικού αίματος», δεν έχει το δικαίωμα να διεκδικεί την αποκλειστική κληρονομιά αυτού του πολιτισμού. Πολλές φορές αυτή η αντίληψη της συγκληρονομικότητας ξεπερνά τα ίδια της τα όρια, όπως π. χ. εμφανίστηκε στους ολυμπιακούς αγώνες του Λονδίνου{5} του 2012, όταν πληροφορηθήκαμε πως «το σπίτι αυτών των αγώνων δεν βρίσκεται στην Ολυμπία αλλά στο Λονδίνο».

Πάνω σ’ αυτή την αντίληψη και την συγκαλυμμένη διαιώνισή της ως τις ημέρες μας μέσω της σχολικής και θρησκευτικής διδασκαλίας, σε κάθε ευκαιρία ο Έλληνας μετατρέπεται σε αποδιοπομπαίο τράγο, όπως στην περίπτωση της πρόσφατης οικονομικής κρίσης και τις φαιδρότητες με την «Ευρωπαϊκή Ιστορία» του Ντιροζέλ{6}. Σ’ αυτές τις ιδεολογικές θέσεις και αντιλήψεις στηρίχθηκε η ναζιστική θεωρία για τα κληρονομικά δικαιώματα του γερμανικού λαού στην ελληνική πολιτιστική κληρονομιά.

Η προσπάθεια για αναθεώρηση (επανεγγραφή) της αρχαίας ελληνικής ιστορίας από τους παγγερμανιστές, άρχισε στο τέλος του 18ου αιώνα για να κορυφωθεί στη διάρκεια των δυο παγκόσμιων πολέμων και να επιχειρηθεί η υλοποίησή της στη ναζιστική περίοδο. Ήδη, κυρίως από την Αναγέννηση και μετά, τα ελληνικά κείμενα της αρχαιοελληνικής διανόησης και τα απαράμιλλα έργα τέχνης προσέλκυαν πλήθος ευρωπαίων λογίων σε μια βαθιά και συστηματική έρευνα γνωριμίας και έντονου θαυμασμού του σχεδόν άγνωστου μέχρι τότε ελληνικού πολιτισμού. Στη Γερμανία, αυτή η έρευνα και η έκσταση μπροστά στις ελληνικές πνευματικές και καλλιτεχνικές δημιουργίες, πήραν μια μορφή λατρείας σε βαθμό θρησκευτικής πίστης. Το βιβλίο του Γιόχαν Βίνκελμαν, αυτού του πρωτοπόρου θεωρητικού του νεοκλασικισμού, με τίτλο «Η Ιστορία της Τέχνης κατά την Αρχαιότητα» που δημοσιεύτηκε το 1764, απέδειξε την ανωτερότητα του ελληνικού έναντι του ρωμαϊκού πολιτισμού, όχι μόνο σε επίπεδο της τέχνης και της φιλοσοφίας αλλά και της πολιτικής. Χάρη στον Βίνκελμαν που θεώρησε το «ελληνικό μοντέλο πολιτισμού αξεπέραστο», έγινε η ταύτιση και η συνδετική σχέση ανάμεσα στον πολιτισμό, στην τέχνη και στη Δημοκρατία. Η αρχαιολατρία στη Γερμανία πήρε τη μορφή μιας νέας πίστης που ανέδειξε νέους διανοούμενους θαυμαστές της ελληνικής αρχαιότητας, όπως ο Νίτσε, ο Γκαίτε, ο Χαίλντερλιν, ο Σίλερ, ο Χάιντεγκερ και αμέτρητοι άλλοι λιγότερο γνωστοί. Αγάλματα και κτίσματα ελληνικής τεχνοτροπίας εμφανίζονταν μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερα. Ο Λουδοβίκος ο 1ος πλημμύρισε το Μόναχο, στις αρχές του 19ου αιώνα, με κτίσματα και έργα ελληνικής τέχνης και δικαιολογημένα την εποχή εκείνη η πρωτεύουσα της Βαυαρίας χαρακτηριζόταν ως «η Αθήνα της Γερμανίας». Ο ελληνολάτρης Βαυαρός βασιλιάς φρόντισε να κτισθεί στο Ρέγκενσμπουργκ, σε μια κορυφή δίπλα στις όχθες του Δούναβη, η Βαλχάλα{7} ο περίλαμπρος «Γερμανικός Παρθενώνας».

Στην Επανάσταση του 1821 εμφανίστηκε στην Ευρώπη ένας εκπληκτικός φιλελληνισμός. Δημιουργήθηκαν φιλελληνικοί σύλλογοι για την οικονομική ενίσχυση του αγώνα και ήρθαν στην Ελλάδα αξιόλογοι εθελοντές (τους υπολογίζουν σε 940) πολλοί από τους οποίους σκοτώθηκαν πολεμώντας ηρωικά. Όμως, αμέσως μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας το κλίμα του φιλελληνισμού μεταστράφηκε σε μισελληνισμό. Το πνεύμα της Ιερής Συμμαχίας του Μέτερνιχ και η διατυπωμένη από πολιτικές σκοπιμότητες θεωρία του Φαλμεράγερ για την καταγωγή των Ελλήνων, οι οποίοι θεωρήθηκαν ως «ατίθασοι και ρέμπελοι» που με την εξέγερσή τους ανέτρεπαν την καθεστωτική ισορροπία της Ευρώπης, επανέφερε στο προσκήνιο τα παλιά μεσαιωνικά στερεότυπα. Πάνω σε ένα τέτοιο δυσμενές για τον ελληνισμό κλίμα, η γερμανική ελληνική αρχαιολατρία άρχισε να μεταλλάσεται σε απέχθεια και μίσος εναντίον των Νεοελλήνων, ώσπου στην περίοδο εμφάνισης του ναζισμού, διατυπώθηκε η θεωρία της «κατά φύσιν» (εκ γενετής) ελληνικής καταγωγής των Γερμανών. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία οι Αρχαίοι Έλληνες προέρχονταν από γερμανική φυλή του Βορρά. Επειδή όμως οι σημερινοί Έλληνες, σύμφωνα με τη θεωρία του Φαλμεράγερ, δεν έχουν στις φλέβες τους «ούτε σταγόνα αρχαιοελληνικού αίματος», φυσικοί κληρονόμοι του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού είναι οι γνήσιοι απόγονοί τους στη Γερμανία. Κάποιοι, κυρίως Γάλλοι και Άγγλοι ερευνητές, αναλύοντας τη σκληρότητα που επέδειξαν οι Γερμανοί στην κατακτημένη Ελλάδα και συγκρίνοντας τον αρχικό τρόπο εξόντωσης των Εβραίων με την πείνα και τις αρρώστιες που εφαρμόστηκε μεθοδικά στην Πολωνία, αποφάνθηκαν πως αν το Γ’ Ράιχ κέρδιζε τη νίκη στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το δεύτερο έθνος που θα είχε την τύχη των Εβραίων της διασποράς θα ήταν το Έθνος των Ελλήνων. Ειδικοί ναζιστές βιολόγοι πραγματοποίησαν έρευνες στην Πελοπόννησο για να ανακαλύψουν «ξανθούς, ψηλούς και γαλανούς Έλληνες» για να επιβεβαιώσουν τη θεωρία τους. Ίσως κάποιοι Έλληνες με τέτοια χαρακτηριστικά θα ήταν οι ελάχιστου που θα κατάφερναν να επιβιώσουν από μια «ελληνική τελική λύση».

Αυτός ο ναζιστικός τρόπος σκέψης επανήλθε πρόσφατα σε ένα σημαντικό τμήμα του γερμανικού λαού κατά την πρόσφατη ελληνική οικονομική κρίση. Η μεγάλης κυκλοφορίας γερμανική εφημερίδα «Die Welt», είχε δημοσιεύσει ένα επαίσχυντο ρατσιστικό άρθρο στο οποίο, εκτός από τις εμετικές απόψεις των συντακτών της για την καταγωγή των Ελλήνων και των Βυζαντινών, διατύπωνε και την απορία για την λανθασμένη απόφαση των Ευρωπαίων να δεχθούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση την Ελλάδα, μια χώρα που οι σημερινοί κάτοικοί της δεν είναι απόγονοι και δεν έχουν ούτε σταγόνα αίματος του Περικλή και του Σωκράτη. Θα περίμενε κάποιος πως ειδικοί διανοούμενοι από τα ελληνικά πνευματικά ιδρύματα ή φορείς θα απαντούσαν σε αυτές τις χυδαιότητες που φανάτιζαν το γερμανικό λαό. Οι Έλληνες πνευματικοί ηγέτες προτιμούν να παραμένουν άφωνοι και άλαλοι. Ευτυχώς, ο βοηθός συντάκτης Romaric Godin της οικονομικής γαλλικής εφημερίδας «La Tribune» έδωσε την πρέπουσα απάντηση στις 15 Ιουνίου του 2015, με το θαυμάσιο άρθρο του «Grèce : quand la presse allemande dérape» (Ελλάδα: Όταν ο γερμανικός τύπος γλιστρά/ντεραπάρει/ εκτροχιάζεται). Σε κάποιο σημείο του άρθρου του ο Ρομαρίκ Γκοντέν προβαίνει σε ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις και αποφαίνεται: «… Κανένας λαός δεν είναι γνήσιος απόγονος των αρχαίων λαών. Οι Γερμανοί επίσης είναι προϊόν επιμειξίας και είναι περήφανοι για την κουλτούρα τους. Παράξενο όραμα για μια Ευρώπη που συνδυάζει ένα οικονομικό πρόβλημα με μια ρατσιστική καθαρότητα. Οι Έλληνες δεν είναι σε ευθεία γραμμή απόγονοι του Πλάτωνα και γι’ αυτό κατά λάθος τους δεχτήκαμε στη Ευρώπη; Αλλά με τέτοιες διαδικασίες ποιός θα ήταν Ευρωπαίος; Ποιός θα άξιζε να μπει στην Ευρώπη της Die Welt;».

Στο επόμενο 4ο Μέρος θα ασχοληθούμε με τις θεωρίες της «Μαύρης Αθηνάς» και του «Τουρκικού Μυκηναϊκού και Ιωνικού Πολιτισμού».

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

{1}.- Ο μεγάλος αυτός γερμανός φιλόσοφος, παθιασμένος θαυμαστής των Ελλήνων φιλοσόφων (κυρίως των προσωκρατικών), είχε εκφράσει την ελπίδα, σαν μια ενδόμυχη ευχή, «οι Γερμανοί να γίνουν και κατά φύσιν (εκ καταγωγής) Έλληνες. Αυτό είναι και αυτό ήταν που έλπιζε από τον γερμανισμό» (Βλ. «Η γέννηση της φιλοσοφίας/στα χρόνια της ελληνικής τραγωδίας)», 3η έκδοση, μετάφραση Αιμ. Χουρμούζιου). Θα μπορούσαμε επίσης ενδεικτικά να αναφέρουμε τους στίχους από το ποίημα του Χαίλντερλιν «Η Αποδημία»: Ήρθα σ’ εσάς, Χάριτες της Ελλάδας, Σ’ εσάς, Ω, κόρες τ’ ουρανού, Για να ‘ρθετε Σ’ εμάς, Ω, αγαπημένες, αν το ταξίδι δεν είναι τόσο μακρινό (Βλ. «Ο κήπος της Ποίησης»-Εκδόσεις Πατάκη, Μεταφρ. Γιάννης Υφαντής), οι οποίοι δείχνουν μια έντονη αλλά πλατωνική επιθυμία, ευγένεια και παράκληση για μετακίνηση ενός πολιτιστικού θησαυρού προς «αυτούς, αν το ταξίδι δεν είναι τόσο μακρινό». Αυτή την απαράμιλλη λατρεία των Γερμανών διανοουμένων για τον ελληνικό πολιτισμό, η ιδεολογία του παγγερμανισμού και μετέπειτα του ναζισμού τη χρησιμοποίησε με διαστρεβλωτικό τρόπο για να την μετατρέψει (μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821) σε ιδεολογία μίσους εναντίον των Ελλήνων.

{2}.- Ο βυζαντινολόγος Στήβεν Ράνσιμαν διερεύνησε τις Σταυροφορίες από άλλο οπτικό πρίσμα. Οι προηγούμενοι ιστορικοί αποδέχονταν πως οι Σταυροφορίες πραγματοποιήθηκαν από ιδεολόγους και πιστούς χριστιανούς της Δύσης, για να ελευθερώσουν τους Άγιους Τόπους (Ιερουσαλήμ) από τους Μουσουλμάνους. Ο Άγγλος ιστορικός, με επιχειρήματα, υποστήριξε πως «οι Σταυροφορίες ήταν μια εισβολή Δυτικοευρωπαίων βαρβάρων εις βάρος ενός ανώτερου πολιτισμού, όχι του μουσουλμανικού αλλά του βυζαντινού» (was a barbarian invasion at the expense of a higher civilization, not the Muslims but that of Byzantium). Αυτοί οι Δυτικοί βάρβαροι επιζητούσαν, με θρησκευτικό φανατισμό, τη «σωτηρία της ψυχής τους», καταστρέφοντας τον ανώτερο χριστιανικό πολιτισμό της Ανατολής. Ο Σ. Ράνσιμαν θεωρείται από πολλούς ως ο σημαντικότερος ιστορικός του 20ου αιώνα. Το τρίτομο έργο του, «Η Ιστορία των Σταυροφοριών», ανέτρεψε εκ θεμελίων τα δεδομένα, τα οποία αποτελούσαν τα βασικά προπαγανδιστικά επιχειρήματα της Δύσης εναντίον της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

{3}.- Οι Δυτικοευρωπαίοι χρονικογράφοι, οι ηγεμόνες και η Καθολική Εκκλησία επιδίωκαν την απαξίωση του τίτλου του ανατολικού τμήματος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Γι’ αυτό, κυρίως μετά τον 8ο αιώνα που ο Ηράκλειος καθιέρωσε την ελληνική ως επίσημη γλώσσα και άλλαξε τον τίτλο του από «Ιmperator» (αυτοκράτορας) σε «Βασιλεύς», η ανατολική αυτοκρατορία (κατά τον Ρώσο βυζαντινολόγο Γεώργιο Οστρογκόρσκι) μεταλλάχτηκε αναπότρεπτα από ρωμαϊκή σε ελληνική. Από την εποχή του Καρλομάγνου άρχισαν πλέον οι Δυτικοί, υποβιβάζοντας την αυτοκρατορία σε βασίλειο, να την αποκαλούν Regnum Graecorum. Μόνον το 1557, όταν ο ιστορικός και βιβλιοθηκάριος της Αγίας Ρωμαϊκής Γερμανικής Αυτοκρατορίας Ιερώνυμος Βολφ μετέφρασε στα λατινικά τα έργα τεσσάρων βυζαντινών ιστορικών (των Ιωάννη Ζωναρά, Νικήτα Χωνιάτη, Νικηφόρου Γρηγορά και Λαόνικου Χαλκοκονδύλη) και τα κυκλοφόρησε σε ενιαίο τόμο με τίτλο «Corpus Historiæ Byzantinæ», καθιερώθηκε η χρήση του όρου Βυζαντινή Αυτοκρατορία, για να γίνεται (καλύτερη για τους Δυτικούς) διάκριση και αποστασιοποίηση μεταξύ του Δυτικού και Ανατολικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

{4}.- Οι Ρωμαίοι διανοούμενοι, μετά την κατάκτηση της Ελλάδας και την ενσωμάτωση του ελληνικού πολιτισμού με προσαρμογή του στη δική τους κουλτούρα, άρχισαν να αντιμετωπίζουν υποτιμητικά τους υποδουλωμένους Έλληνες. Στα κείμενά τους υπάρχουν συκοφαντικές εκφράσεις για τους Έλληνες τις οποίες οι χρονικογράφοι τους Μεσαίωνα τις πρόβαλλαν για να στηρίξουν τα επιχειρήματά τους και στους μεταγενέστερους αιώνες ενσωματώθηκαν στις εκπαιδευτικές και θρησκευτικές δοξασίες των δυτικοευρωπαϊκών λαών. Τέτοιες εκφράσεις που χρησιμοποιούνται συχνά και σήμερα από όσους κατηγορούν την Ελλάδα και τους Έλληνες είναι π.χ., η ρήση του Βιργίλιου από την «Αινιάδα» Timeo Danaos et dona ferentes (Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντες), των Πλίνιου, Σενέκα, Κουιντιλιανού, του Γιουβενάλη κ.ά. με βαρείς χαρακτηρισμούς για τους Έλληνες (αναιδείς, αργυρώνητοι, ματαιόδοξοι και δουλοπρεπείς). Μάλιστα, ο Τίτος Πλαύτος έγραφε πως οι Έλληνες είναι ένας λαός «λάγνων και μέθυσων» και πως ήταν τόσο «αναξιόπιστοι» (μας θυμίζει το perfide των χρονικογράφων του Μεσαίωνα!), ώστε «ο λόγος ενός Έλληνα» ισοδυναμούσε με τις «ελληνικές καλένδες». Αυτό το τελευταίο για «το λόγο του Έλληνα και τις υποσχέσεις του», το αναφέρει ως δείγμα αναξιοπιστίας της ράτσας μας και ο έλληνας αναθεωρητής της ιστορίας και συγγραφέας του βιβλίου «Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας». Αυτές οι εκφράσεις εμφανίζονταν συχνά στις ευρωπαϊκές εφημερίδες, κυρίως στην αρχή της οικονομικής κρίσης και αποδεικνύουν την διαστρεβλωμένη εικόνα του Έλληνα που έχει επιβιώσει ως σήμερα στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Από το Μεσαίωνα και μέχρι σήμερα, με τέτοια στερεότυπα διαμορφώθηκε στους ευρωπαϊκούς λαούς η αντίληψη πως οι Έλληνες, τέτοιοι που είναι, δεν αξίζουν τον οίκτο αλλά είναι άξιοι της μοίρας που τους επιφύλαξε η ιστορία, μετά την υποδούλωσή τους στους Οθωμανούς.

{5}.- Δυσμενή σχόλια έγιναν για την σχεδόν απουσία αναφοράς από τους Άγγλους στην ιστορία των ολυμπιακών αγώνων και στην απόδοση του ολυμπιακού ύμνου του Σπύρου Σαμάρα και του Κωστή Παλαμά ορχηστρικά. Η ίδια ορχηστρική απόδοση έγινε επίσης μόνον από τους Γερμανούς στους ολυμπιακούς αγώνες του Μονάχου του 1972. Σε όλους τους άλλους Ο.Α. ο ύμνος ακούστηκε από χορωδίες είτε στα ελληνικά είτε στη γλώσσα της χώρας που πραγματοποίησε τους αγώνες. Όμως, περισσότερο σχολιάστηκε η φράση του Βέλγου προέδρου της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής Ζακ Ρογκ, όταν στην ομιλία του είπε (χωρίς αναφορά στους Ο.Α. της Αθήνας του 2004) πως «οι αγώνες από το Σίδνεϊ (2000) και το Πεκίνο (2008) γύρισαν στο σπίτι τους (Λονδίνο 2012)».

{6}.- Ο Jean–Baptiste Duroselle, είναι ο συγγραφέας του έργου «Η Ευρώπη: Ιστορία των λαών της» (Εκδ. 1990, σελ. 423), γραμμένο, όπως ισχυρίζεται, με πνεύμα ευρωπαϊκό και όχι εθνικό. Τοποθετεί την αρχή της ευρωπαϊκής ιστορίας στον Καρλομάγνο και στην ανάδειξή του ως αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η ιστορία του, τελικά, δεν εγκρίθηκε μετά τις έντονες διαμαρτυρίες Ελλήνων, Ιταλών και άλλων Ευρωπαίων πολιτικών και ιστορικών προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.

{7}.- Σύμφωνα με τους θρύλους των γερμανικών φυλών της Βορειοκεντρικής Ευρώπης και της Σκανδιναβίας, η Βαλχάλα ήταν κάποιος ιερός τόπος, ένα ιερό κτίσμα μεταθανάτιας συγκέντρωσης των ηρώων πολεμιστών που σκοτώθηκαν κατά καιρούς σε μάχες. Το περίλαμπρο μαρμάρινο οικοδόμημα είναι ακριβές αντίγραφο του Παρθενώνα. Η εξωτερική του εμφάνιση και όλες οι διαστάσεις του (μήκος, πλάτος, ύψος) είναι ίδιες με αυτές που υπολόγισαν για τον ελληνικό Παρθενώνα ο Ικτίνος και ο Καλλικράτης.

Διαβάστε ακόμα

Η κατάρα των «αναθεωρητών» και η διαστρέβλωση της Ελληνικής Ιστορίας

Οι δύο πλαστογράφησεις της ιστορίας του μακεδονικού ελληνισμού

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ ΕΔΩ

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

You may also like

Ο πολιτισμός το μεγάλο όπλο του Ελληνισμού

Να χρησιμοποιήσουμε τα ειρηνικά και πολιτιστικά μας όπλα