Οι Τούρκοι επιδιώκουν να ξαναγράψουν την Ιστορία της Ιωνίας

Οι Τούρκοι επιδιώκουν να ξαναγράψουν την Ιστορία της Ιωνίας

Ένα παράδειγμα για το που μας οδηγοί η διαχρονική κομματοκρατία και ο πνευματικός λήθαργος

Οι πέντε πλαστογραφήσεις της ελληνικής ιστορίας
Οι πολιτιστικές αλχημείες και η άφωνη ελληνική διανόηση

Άρθρο του Σωκράτη Β. Σίσκου

Ε’ ΜΕΡΟΣ

Άλλος, κάπως αθόρυβος, «κληρονόμος» εμφανίστηκε από την άλλη πλευρά του Αιγαίου. Η Τουρκία, βλέποντας τη μακροχρόνια εντυπωσιακή εξέλιξη που είχαν οι πλαστογραφημένες «πολιτιστικές απόψεις» του τιτοσταλινικού εγχειρήματος για τη διαστρέβλωση των ιστορικών γεγονότων που αναφέρονται στην Αρχαία Μακεδονία, άρχισε κι αυτή να εφαρμόζει την ίδια τακτική. Από τη δεκαετία του 1980, σχεδόν ταυτόχρονα με τις αφροκεντρικές θεωρίες που άρχισαν να αναδεικνύονται στις ΗΠΑ, άρχισε μια πιο διευρυμένη «πολιτιστική εκστρατεία» αμφισβήτησης του ελληνικού πολιτισμού στο Μικρασιατικό χώρο και στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Δεν βιάζεται. Ποντάρει στην ελληνική «σιωπηλή απραξία» και στη μακροχρόνια προπαγανδιστική πλύση εγκεφάλου στο εσωτερικό της αλλά και στο εξωτερικό. Ίδια μέθοδος και ίδιος τρόπος ενεργειών, όπως και στην περίπτωση ίδρυσης της, λεγόμενης, Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Το διεθνές πολιτικό κλίμα την ευνοεί. Η παγκοσμιοποίηση, ένα μονεταριστικό καθεστώς χωρίς πολιτιστικές ευαισθησίες (θα λέγαμε μια Αυτοκρατορία «Αγραμμάτων»), επιδιώκει την αποσάθρωση κάθε ενωτικού στοιχείου των λαών (πολιτισμό, γλώσσα, παραδόσεις κ.λπ.), για να διευκολύνεται ο κατακερματισμός τους σε διαφορετικές μικρές κι άβουλες εθνοτικές ομάδες.

Το Κέντρο Ιστορικών Ερευνών της Άγκυρας, όπως στην εποχή της Σοβιετικής Ένωσης τα «πολιτιστικά εργαστήρια κατασκευής του μακεδονικού έθνους», προβαίνει σε ανάπτυξη νέων πολιτιστικών θεωριών, για την καταγωγή και τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας. Στα εδάφη της σημερινής Τουρκίας, λέει, που τα κατοικούσαν τουρκικής καταγωγής αρχαίες φυλές, αναπτύχθηκαν οι πρώιμοι Αιγιακοί πολιτισμοί, οι οποίοι μεταλαμπαδεύτηκαν στην Κρήτη ως Μινωικός και στην Πελοπόννησο ως Μυκηναϊκός. Αυτοί οι θεωρούμενοι ως προελληνικοί πολιτισμοί, γεννήθηκαν κι αναπτύχθηκαν, από την 3η π.Χ. χιλιετηρίδα, από τουρκογενείς τοπικούς πληθυσμούς, οι οποίοι μεταγενέστερα δημιούργησαν (στις ελληνικές αποικίες της Μικράς Ασίας και στα νησιά του Αιγαίου) τον Ιωνικό Πολιτισμό, τον οποίο οι Έλληνες οικειοποιήθηκαν και τον παρουσίασαν ως δικό τους. Μ’ αυτό το μυθιστορηματικό ιδεολόγημα που εμφανώς έχει κάποια διαφοροποιημένα στοιχεία της θεωρίας του Μάρτιν Μπερνάλ, όλοι οι Έλληνες φιλόσοφοι, ποιητές ή καλλιτέχνες θεωρούνται τουρκικής καταγωγής, αν γεννήθηκαν κι έζησαν στη Μικρά Ασία ή στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Γι’ αυτούς τους «πρόγονους των Τούρκων», όπως ο Θαλής ο Μιλήσιος, ο Ιπποκράτης, ο Ηρόδοτος ή ο Όμηρος, έχουν στηθεί, σε επίσημες εκδηλώσεις, προτομές κι αγάλματα σε τουρκικές πόλεις. Ειδικά για τον Όμηρο (το όνομα Ομέρ είναι πολύ διαδεδομένο σ’ όλη την Τουρκία), η τουρκική προπαγάνδα σ’ όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης και στα διαφημιστικά τουριστικά φυλλάδια, οργιάζει καταλήγοντας σε αφελή συμπεράσματα. Θεωρεί την «Ιλιάδα» ένα ανθελληνικό έργο του Ομήρου, αφού σε πολλά σημεία διεκτραγωδεί τη μοίρα των Τρώων.

Οι μαθητές των τουρκικών σχολείων και τα εκατομμύρια των τουριστών που επισκέπτονται την Τουρκία, δεν έχουν τις γνώσεις ενός αμερόληπτου καθηγητή ιστορίας ή ενός αρχαιολόγου. Υφί-στανται μια σταδιακή και μακροχρόνια πλύση εγκεφάλου. Οι στόχοι και η μεθοδολογία είναι εμφανής και ταυτόσημη, με αυτή που ακολουθήθηκε από τους Σκοπιανούς. Η «αλύτρωτη Μακεδονία του Αιγαίου» που, κατά τους Σκοπιανούς, βρίσκεται κάτω … «από ελληνική κατοχή», αποτελεί το πρότυπο και για τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, τα οποία εντάσσονται στην αρχαία τουρκική πολιτιστική κληρονομιά. Δημιουργείται, σιγά σιγά, όπως και με την περίπτωση της Βαρντάρσκα, το αλυτρωτικό επεκτατικό υπόστρωμα, για μια έντονη εδαφική διεκδίκηση. Όπως έχει αποδείξει η ιστορία, οι Τούρκοι ξέρουν να περιμένουν τις κατάλληλες ευκαιρίες για δεκαετίες και αν χρειασθεί, ίσως και αιώνες.

Όσοι γνωρίζουν ιστορία θα ισχυριστούν πως, όλη αυτή η τουρκική παραφιλολογία είναι ανιστόρητα μυθεύματα για αφελείς. Θα είχαν δίκαιο αν όλο αυτό το απατηλό πολιτιστικό κατασκεύα-σμα δεν είχε ενταχθεί στα σχέδια μιας μακρόπνοης τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Ο Τουργκούτ Οζάλ δεν είναι ένας τυχαίος Τούρκος δασκαλάκος που αναπτύσσει μια ψευτοθεωρία σε παιδιά του Δημοτικού. Υπήρξε δραστήριος πρωθυπουργός, που στο βιβλίο του «La Turquie en Europe» (Η Τουρκία στην Ευρώπη), εντάσσει αυτή την προπαγανδιστική παραφιλολογία του Κέντρου Ιστορικών Ερευνών της Άγκυρας, στις προοπτικές μιας Τουρκίας ενταγμένης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι θεωρίες και οι σχεδιασμοί, αποτελούν στοιχεία της επίσημης εξωτερικής πολιτικής ενός κράτους.

Το προαναφερόμενο βιβλίο του Τ. Οζάλ, εκδόθηκε στα γαλλικά από τον εκδοτικό οίκο Plon, το 1988. Στη σύντομη βιβλιοκριτική, η οποία συνοδεύει την ανακοίνωση της έκδοσης, αναφέρονται οι πολιτικοί και οικονομικοί στόχοι μιας μελλοντικής ένταξης της Τουρκίας στα «Ενωμένα Έθνη της Ευρώπης», αλλά αφιερώνονται και κάποια κείμενα αμφισβήτησης του ελληνικού πολιτισμού. Ο Γάλλος πολιτειολόγος, καθηγητής στο πανεπιστήμιο Paris Sud και ειδικός σε θέματα του Ισλάμ στη Μέση Ανατολή Khattar Abou Diab, φαίνεται εντυπωσιασμένος από τις ιστορικές αναλύσεις και γνώσεις του Οζάλ, αλλά στέκεται διστακτικός στα σημεία της αμφισβήτησης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και των διηγήσεων της πολιτικής συμπεριφοράς της οθωμανικής αυτοκρατορίας στα Βαλκάνια.

Ο Γάλλος και αραβικής καταγωγής διανοούμενος, δείχνει απρόθυμος να αποδεχθεί τις αμφισβητήσεις{1} του Τ. Οζάλ, για το ρόλο της Αθήνας και των Ελλήνων στη δημιουργία του αρχαίου πολιτισμού. Τέτοιου είδους ατεκμηρίωτες αμφισβητήσεις δεν είναι δυνατόν να πείσουν μορφωμένους ανθρώπους, που γνωρίζουν ιστορία. Όμως επηρεάζουν τις μεγάλες ανώνυμες μάζες, οι οποίες με την ψήφο τους στις σύγχρονες δημοκρατίες, αναδεικνύουν τους πολιτικούς που επιδιώκουν να τις υλοποιήσουν. Γιατί πιστεύουν αυτό που έντεχνα ο Οζάλ, σ’ ένα προπαγανδιστικό παραλήρημά του, είπε στους συμπατριώτες του για τον Όμηρο, «τον μεγάλο Τούρκο ποιητή, ο οποίος τον 8ο π.Χ. αιώνα άρχισε να δημιουργεί αυτό που, αργότερα θα χαρακτηρισθεί με παραπλανητικό τρόπο από τους Ευρωπαίους ως ελληνικό θαύμα». Ίδια μεθοδολογία προπαγάνδας με τους αφροκεντριστές του Asante και του Bernal, αλλά και ομοιότητες με τη ναζιστική και τη μεταγενέστερη σλαβομακεδονική.

Είδαμε ως τώρα πως ο θαυμασμός και η ακατανίκητη έλξη του ελληνικού πολιτισμού, αποτελεί κίνητρο για λαούς και φυλετικές ομάδες χωρίς αρχαία ιστορία ώστε να προσπαθήσουν να οικειοποιηθούν όλον ή στοιχεία αυτού του πολιτισμού, βασισμένοι σε αυθαίρετα και υποθετικά συμπεράσματα κάποιων θεωριών χωρίς να προσκομίζονται συγκεκριμένα στοιχεία από αρχαίους συγγραφείς ή αποδείξεις από ανασκαφικά ευρήματα. Ακολουθεί μετά η μετατόπιση των ιστορικών και καθαρά επιστημονικών θεμάτων σε πλαίσια πολιτικών συγκρούσεων και γεωστρατηγικών ανακατατάξεων, με συνέπεια η αλήθεια να μην αποτελεί προϋπόθεση επίλυσης του προβλήματος αλλά να τίθεται στο περιθώριο για να προβληθούν πολιτικά επιχειρήματα. Η πολιτιστική απάτη δεν αποτελεί πλέον αιτία επιστημονικής έρευνας για να βρεθεί η αλήθεια. Προέχει η επιτυχία των πολιτικών στόχων.

Αυτή η προγραμματισμένη σειρά των εξελίξεων μπορεί να ανατραπεί αν οι λαϊκές μαζικές αντιστάσεις ή οι έγκυρες προσωπικότητες του παγκόσμιου επιστημονικού και πνευματικού κόσμου, αντιδράσουν σε σημείο που να διακινδυνεύουν με γελοιοποίηση οι πολιτικοί επινοητές και προγραμματιστές της διαστροφής των τεκμηριωμένων ιστορικών γεγονότων. Στην Ελλάδα, οι πολιτικοί και πνευματικοί ηγέτες απέφυγαν να χρησιμοποιήσουν ταυτόχρονα και με οργανωμένο σχεδιασμό τα δυο αυτά ειρηνικά όπλα, για να αποτρέψουν τέτοιου είδους παραχαράξεις της ιστορίας. Θα νόμιζε κανείς πως αυτού του είδους οι πολιτιστικές απάτες έχουν ως στόχο την κουλτούρα και την ιστορία άλλου κράτους. Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις δείχνει το ίδιο το κράτος να ενισχύει τις πολιτιστικές αυτές παραχαράξεις που εκπορεύονται από ξένα κέντρα, ενισχύοντας εσωτερικούς κρατικοδίαιτους αναθεωρητές της ιστορίας. Το παράδειγμα της μαχητικής και με επιστημονικό ήθος Μαίρης Λέφκοβιτς, η οποία ξεκίνησε μόνη της, με αφάνταστες δυσχέρειες και δυσμενείς συνέπειες στην προσωπική και επαγγελματική της ζωή και στο τέλος, με ένα επιτελείο γνωστών ιστορικών, κατόρθωσε να κονιορτοποιήσει τα επιχειρήματα των αρχιερέων του αφροκεντρισμού, δείχνει το μέγεθος της απραξίας του ελληνικού πνευματικού κόσμου μπροστά σε συνεχή και υστερικά φαινόμενα πλαστογράφησης της ελληνικής ιστορίας.

Η επιτυχημένη αυτή αγωνιστική και επιστημονικά οργανωμένη τακτική της Λέφκοβιτς, μου έφερε στη μνήμη την πρόταση που είχα κάνει το 1991 και για την οποία μίλησα στο Α’ ΜΕΡΟΣ αυτού του άρθρου. Είχα τότε προτείνει (με μια κάπως νεανική αφέλεια πιθανής αποδοχής της) να συγκληθεί διεθνές συνέδριο με τη συμμετοχή έγκυρων πανεπιστημιακών καθηγητών πολλών εξειδικευμένων κλάδων της ευρωπαϊκής ιστορίας, οι οποίοι θα διερευνούσαν με μια επιστημονικά τεκμηριωμένη μεθοδολογία την «κατασκευασμένη» από τα Τιτοσταλινικά εργαστήρια νέα ιστορία της Αρχαίας Μακεδονίας, την οποία χαρακτήριζα ως τη μεγαλύτερη πολιτιστική απάτη του 20ου αιώνα. Παρά τις επαναλαμβανόμενες δημοσιεύσεις μου σε επόμενα βιβλία μου και σε άρθρα, αλλά και τις επιστολές μου σε αρμόδιους πολιτιστικούς κρατικούς φορείς και σωματεία, δεν έλαβα ούτε μια απάντηση σε μια πρόταση που, όπως φαίνεται τώρα από τις εξελίξεις στο θέμα της ονομασίας της πρώην Βαρντάρσκα και τα αποτελέσματα του επιτυχημένου αγώνα της Λέφκοβιτς για την προστασία του ελληνικού πολιτισμού, είχε μια λογική βάση για την περαιτέρω συστηματικότερη επεξεργασία της από έναν αρμόδιο κρατικό φορέα (Υπουργείο Πολιτισμού, Ακαδημία Αθηνών κλπ).

Η διαχρονική κομματοκρατία και οι πελατειακές επιλογές στο υπουργείο κατέστησαν αυτό το υποτιθέμενο πνευματικό προπύργιο του κράτους έναν παραλυμένο φορέα. Και μόνον η απόλυτη απραξία του στο θέμα της ανακάλυψης του τάφου του βασιλιά Περσέα{2} στην Ιταλία και η σιωπή του στις προπαγανδιστικές φιέστες των Σκοπιανών και των Ιταλών αρχαιολόγων για να τιμηθεί «ο βασιλιάς του λαού της Δημοκρατίας της Μακεδονίας!», δείχνει το μέγεθος της εγκληματικής αμέλειας κάποιων που κυβερνούν τον ελληνικό λαό. Από την άλλη πλευρά, η μετατροπή της Ακαδημίας των Αθηνών (είναι μόνο των Αθηνών;) σε ένα αόρατο και άψυχο πνευματικό ίδρυμα, το οποίο στα νεότερα χρόνια, από την περίοδο της δικτατορίας που κατηγορήθηκε από πολλούς ότι σιωπούσε με σκυμμένο κεφάλι και ως σήμερα που εκλέγει και τραπεζίτες ως προέδρους της δείχνοντας να επιδιώκει την εύνοια των ισχυρών, δεν φαίνεται να υπάρχει ο άτεγκτος υπεύθυνος φορέας της προστασίας της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Ιδρύθηκε το 1926 αλλά οι πρώτοι στόχοι για την ίδρυσή της το 1919, αποσκοπούσαν στην προστασία των εθνικών δικαίων της πατρίδας, στη διάσωση και μελέτη της πολιτιστικής κληρονομιάς και στην καλλιέργεια της εθνικής αυτογνωσίας, Είχε επωμισθεί έναν βαρύτατο εθνικό ρόλο τον οποίο απαξίωσε με την αφωνία και την απραξία της. Είναι ίσως η φυσική εξέλιξη τέτοιων ιδρυμάτων κύρους των γραμμάτων και των τεχνών να παθαίνουν ένα είδος πνευματικής αρτηριοσκλήρυνσης, μια εξέλιξη από την οποία δεν ξέφυγε ούτε η αρχαιότερη Ακαδημία του κόσμου, η Γαλλική{3}, η οποία σε μιάμιση περίπου δεκαετία θα συμπληρώσει τέσσερις αιώνες ζωής. Πάντως, αφού θίξαμε το θέμα της προαιώνιας ελληνικής κατάρας (του κομματικού φανατισμού), αν οι Έλληνες της διασποράς δεν καταφέρουν να ξεφύγουν από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό των ελληνικών κομμάτων και των κατ’ επάγγελμα συνδικαλιστών, δεν θα καταφέρουν ποτέ, παρά τη ζωντανή και σφύζουσα πατριωτική ιδεολογία τους, να προσφέρουν στην Ελλάδα μια ουσιαστική στήριξη στα φλέγοντα προβλήματα του ελληνισμού.

Ο ελληνικός πολιτισμός δέχεται κατά καιρούς, για τους λόγους που εξηγήσαμε στα πέντε αυτοτελή κείμενα αυτού του άρθρου, πολιτικής φύσεως επιθέσεις για να διαφοροποιηθούν τα ιστορικά δεδομένα. Η πνευματική και πολιτική ηγεσία της χώρας δεν είχε το σθένος να αγωνισθεί για να προστατεύσει αυτόν τον υπέροχο και αξεπέραστο πολιτισμό. Και για να χρησιμοποιήσω μια συνηθισμένη έκφραση του φιλόλογου καθηγητή μου στο Γυμνάσιο, «συνελόντι ειπείν» (με λίγα αλλά και ξεκάθαρα λόγια), ως Έλληνες φανήκαμε ανάξιοι να θωρακίσουμε και να προστατεύσουμε την πολιτιστική μας κληρονομιά.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

{1}.- Τα κύρια σημεία της κριτικής, που αναφέρονται στον ελληνικό πολιτισμό και στη συμπεριφορά των Οθωμανών στα Βαλκάνια, στο γαλλικό κείμενο έχουν ως εξής: «Toutefois, certains èlèments historiques dècrits par lauteur sont à verifier, par exemple sa mise en cause du rôle central dAthènes et des Grecs dans la genèse de la civilisation ancienne ou son rècit du comportement de lEmpire Ottoman aux Balkans». 

{2}  Τον Ιούνιο του 2005 οι ιταλοί αρχαιολόγοι ισχυρίστηκαν  πως ανακάλυψαν τον τάφο του Περσέα, του τελευταίου βασιλιά της Μακεδονίας. Είναι ένας φτωχικός πέτρινος τάφος, για τον οποίο το ελληνικό κράτος δεν επέδειξε κανένα ενδιαφέρον και ούτε επιδίωξε, σε συνεργασία με τις ιταλικές αρχές, να εξετάσει με ειδικούς έλληνες αρχαιολόγους και ιστορικούς τα ευρήματα και να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει επίσημα τους ισχυρισμούς των ιταλών αρχαιολόγων. Ο Περσέας ξεψύχησε στις φοβερές υπόγειες ρωμαϊκές φυλακές και θάφτηκε στο νεκροταφείο της Via Valeria της Alba Fucens (της αρχαίας Fucentia), που βρίσκεται κοντά  στο σημερινό Magliano de’ Marsi  της επαρχίας Ακουίλα. Οι Ιταλοί σε αγαστή συνεργασία με μια κρατική αντιπροσωπία και αρχαιολόγους της Βαρντάσκα, οργάνωσαν με κρατικές δαπάνες προπαγανδιστικές φουτουριστικές εκδηλώσεις με πομπώδεις ομιλίες, «επίσημη κηδεία» του βασιλιά, επιστημονικές αναλύσεις DNA από τα οστά του κρανίου και άλλες φαιδρότητες. Ο Δήμος του Magliano, με την έγκριση της προϊσταμένης Αρχής της Pescara, διέθεσε αμέσως το ποσό των 3.800 ευρώ για τον προσωρινό εξωραϊσμό του τάφου. Οι αντιπρόσωποι των Σκοπίων, συμμετέχοντας  σ’ αυτό τον εξωραϊσμό, έστησαν εντυπωσιακή επιτύμβια μεταλλική πλάκα. Μ’ αυτή «ενημερώνονται» οι επισκέπτες και ξένοι τουρίστες, στα σλαβικά, στα ιταλικά και στα αγγλικά, πως είναι μια τιμητική προσφορά «του λαού της Μακεδονίας προς το βασιλιά τους». Η αφωνία του ελληνικού πνευματικού κόσμου και του ελληνικού κράτους δεν είναι απλά κατακριτέα. Είναι εθνικά εγκληματική. Να γιατί δεν πρέπει να απορούμε που οι κάθε λογίς πλαστογράφοι της ελληνικής ιστορίας σημειώνουν εντυπωσιακές επιτυχίες.

{3}.- Η Γαλλική Ακαδημία ιδρύθηκε το 1635 από τον καρδινάλιο Ρισελιέ με σκοπό την προστασία και τον συνεχή γλωσσολογικό εμπλουτισμό της γαλλικής γλώσσας. Μέλη του εκλέγονται άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, πολιτικοί, στρατιωτικοί, εκκλησιαστικοί ηγέτες κλπ, οι οποίοι προβάλλουν με πολιτιστικού ενδιαφέροντος εργασίες τη γαλλική γλώσσα και με αυτή, όπως είναι φυσική συνέπεια, το γαλλικό πολιτισμό. Στις πολυθρόνες των «Αθανάτων», όπως βάφτισε τους ακαδημαϊκούς ο Ρισελιέ, κάθισαν μεγάλα ονόματα της γαλλικής διανόησης  Υπήρξαν όμως και κάποιοι πραγματικά μεγάλοι, όπως ο Σταντάλ (Stendhal), ο Φλομπέρ (Flaubert), ο Μπερνανός (Bernanos) κ.ά., οι οποίοι αρνήθηκαν οποιαδήποτε εκλογή και συμμετοχή τους στην τεσσαρακονταμελή ομάδα των ακαδημαϊκών. Μάλιστα, ο κάπως αθυρόστομος Ζόρζ Μπερνανός, ο οποίος είχε και κάποια αναπηρία από ατύχημα στους γλουτούς, είπε πως «όταν δεν θα είχε παρά ένα ζευγάρι πισινών (γλουτών) για να μπορεί να σκέφτεται, τότε μόνο θα πήγαινε να καθίσει στην Ακαδημία». Η αγκυλωμένη όμως  νοοτροπία των «Αθανάτων» υπήρξε επίσης θέμα ειρωνικών επικρίσεων. Σε ένα φιλμ που πρωταγωνιστούσε ο γάλλος κωμικός Λουί Ντε Φινές, διακωμωδούνταν ο τρόπος επιλογής ως ακαδημαϊκού ενός εκδότη που κυκλοφόρησε ένα έντυπο με οδηγίες γαστρονομικών απολαύσεων.

Στην Ιταλική Ακαδημία, το 2ο άρθρο του ιδρυτικού καταστατικού της καθορίζει σαφέστερα τους στόχους αυτού του κρατικού πνευματικού ιδρύματος και αποσαφηνίζει ότι, «Η Ακαδημία της Ιταλίας επιδιώκει να προωθήσει και να συντονίσει το ιταλικό πνευματικό κίνημα στον τομέα της επιστήμης, της λογοτεχνίας και των τεχνών και «conservarne puro il carattere nazionale, secondo il genio e le tradizioni della stirpe e di favorirne l’espansione e l’influsso oltre i confini dello Stato» (να διατηρήσει γνήσιο τον εθνικό χαρακτήρα του κινήματος, σύμφωνα με το ιδιοφυές πνεύμα και τις παραδόσεις της φυλής και με διευκόλυνση της επέκτασης και της επιρροής της  πέραν των συνόρων του κράτους». Είναι εμφανής η υποχρέωση της Ιταλικής Ακαδημίας για προστασία και επέκταση του ιταλικού πολιτισμού και πέραν από τα όρια του ιταλικού κράτους.

 

Διαβάστε ακόμα

Η κατάρα των «αναθεωρητών» και η διαστρέβλωση της Ελληνικής Ιστορίας

Οι δύο πλαστογράφησεις της ιστορίας του μακεδονικού ελληνισμού

Όταν οι Γερμανοί προσπάθησαν να ξαναγράψουν την (Ελληνική) Ιστορία

Η ψευδο-επιστημονική θεωρία της «Μαύρης Αθηνάς»

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ ΕΔΩ

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

You may also like

Η ψευδο-επιστημονική θεωρία της «Μαύρης Αθηνάς»

Η θεωρία της αφρικανικής προέλευσης του ελληνικού πολιτισμού