Αρχαία Ελληνικά: Το σκοτεινό σχέδιο των αναθεωρητών εναντίον της γλώσσας μας

Αρχαία Ελληνικά: Το σκοτεινό σχέδιο των αναθεωρητών εναντίον της γλώσσας μας

- in Frontpage SlideShow, Αρθρα
62
0
Στην εικόνα ο Θουκυδίδης ο Αθηναίος, ο οποίος έγραψε την ιστορία του Πελλοπονησιακού Πολέμου

Μια ερευνητική εργασία 5 άρθρων του Σωκράτη Β. Σϊσκου
Η ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ  ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Η αρχαία ελληνική είναι μια ξένη γλώσσα; 

Άρθρο Νο 3, του Σωκράτη Β. Σίσκου

Στα προηγούμενα δυο άρθρα (Άρθρο 1 και Άρθρο 2), με αφορμή τις αμφισβητήσεις των αναθεωρητών της ιστορίας για τη διαχρονικότητα μιας ενιαίας ελληνικής γλώσσας (η οποία συνεχώς εξελισσόμενη και ομιλούμενη από τη Μινωική και Μυκηναϊκή εποχή παρέμεινε ζωντανή και επέζησε μέχρι σήμερα), πραγματοποιήσαμε μια συνοπτική περιγραφή των προβλημάτων διγλωσσίας στον προφορικό και γραπτό λόγο σε μια περίοδο 20 περίπου αιώνων. Όπως ήδη τονίσαμε, το πρόβλημα αυτό θεωρήθηκε πως είχε επιλυθεί το 1976 αλλά στη δεκαετία του 1990, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την εμφάνιση των πρώτων δειγμάτων νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη (μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ), εμφανίστηκε μια ολιγομελής αλλά συμπαγής κρατικοδίαιτη ομάδα καθηγητών πανεπιστημίων με σημαντικές εξουσίες στο υπουργείο παιδείας και στους υπόλοιπους εκπαιδευτικούς φορείς, η οποία δημιούργησε ένα νέο γλωσσικό ζήτημα.

Είδαμε στο πρώτο άρθρο τον περισπούδαστο φιλόλογο καθηγητάκο του Γυμνασίου να ασπάζεται τις θεωρίες αυτής της ομάδας των πανεπιστημιακών καθηγητών και να οργίζεται διότι στα βιβλία που ο ίδιος διδάσκει στους μαθητές του διαπιστώνει πως, κάποιοι οπισθοδρομικοί εθνικιστές κάνουν «στα παιδιά πλύση εγκεφάλου», λέγοντας πως μιλούν μια ενιαία γλώσσα από την αρχαιότητα με συνέπεια να νομίζουν πως είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Χαρακτήρισα αυτές τις απόψεις κατάπτυστες διότι το πρόβλημα δεν είναι πλέον γλωσσολογικό αλλά καθαρά πολιτικό, μέσα σε ένα ομιχλώδες διεθνιστικό παιχνίδι γεωστρατηγικών συμφερόντων. Στο ερώτημα αν η νεοελληνική είναι μια νέα γλώσσα που δεν έχει καμιά σχέση με την αρχαία και τη βυζαντινή, η μεγάλη πλειοψηφία των ελλήνων διανοουμένων συμφωνεί με τον Ελύτη στο γεγονός πως «τη γλώσσα  μου έδωσαν ελληνική».

Κάποιοι από εμάς τους μη ειδικούς σε γλωσσολογικά θέματα, μπροστά σε τέτοιες δήθεν επιστημονικές και δήθεν έγκυρες πανεπιστημιακού επιπέδου θεωρίες, θέλησαν να πραγματοποιήσουν «πρακτικές έρευνες» για να βρουν την κάπως ανεξήγητη και ύποπτη διατύπωσή τους. Σε κάποια τηλεοπτική εκπομπή του σταθμού 4Ε ο δικηγόρος και πρώην εισαγγελέας Κωνσταντίνος Λογοθέτης, είπε πως πραγματοποίησε μια εντελώς πρόχειρη έρευνα στα Ομηρικά Έπη και βρήκε γύρω στις δυο χιλιάδες λέξεις που χρησιμοποιούνται αυτούσιες και σήμερα. Θυμήθηκα πως ο Αντώνης Τρίτσης, ως υπουργός παιδείας σε μια κυβέρνηση που, αντίθετα απ’ αυτόν, εμφορούνταν από αναδυόμενες θεωρίες αναθεωρητισμού,  χρησιμοποίησε τρεις λέξεις από το Θουκυδίδη για να αποδείξει την άμεση σχέση αρχαίας και νεοελληνικής γλώσσας. Σκέφθηκα να επεκτείνω την έρευνα του μακαρίτη Τρίτση και να προβάλλω ένα πιο εκτεταμένο κείμενο από την αρχή του πρώτου βιβλίου της Ιστορίας του Θουκυδίδη, χρησιμοποιώντας και τη σύγχρονη τεχνολογία των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Παραθέτω τα αποτελέσματα αυτής της κάπως πρόχειρης αλλά και πρωτότυπης πρακτικής έρευνας, τα οποία ομολογώ πως με εξέπληξαν.

Ο Θουκυδίδης αρχίζει την ιστορία του πελοποννησιακού πολέμου ως εξής: «Θουκυδίδης Αθηναίος ξυνέγραψε τον πόλεμον των Πελοποννησίων και Αθηναίων. Ως επολέμησαν προς αλλήλους, αρξάμενος ευθύς καθισταμένου και ελπίσας μέγα τε και αξιολογώτατον των προγενημένων, τεκμαιρόμενος ότι ακμάζοντές τε ήσαν ες αυτόν αμφότεροι παρασκευή τη πάση και το άλλο Ελληνικόν ορών ξυνιστάμενον προς εκατέρους, το μεν ευθύς, το δε και διανοούμενον. Κίνησις γαρ αύτη μεγίστη δη τοις Έλλησιν εγένετο και μέρει τινί των βαρβάρων, ως δε ειπείν και επί πλείστον ανθρώπων. […] ……..». 

Η διατύπωση των ιδεών και η ερμηνεία τους, μετά από μια εξελικτική πορεία δυόμισι αιώνων, είναι κάπως δύσκολη και ακαταλαβίστικη για τον μέσο Έλληνα. Όμως, η εκπληκτική αποκάλυψη είναι πως με μια τελείως απλή και γλωσσικά ανώδυνη γραμματολογική προσαρμογή, όλες σχεδόν οι λέξεις ταυτίζονται εννοιολογικά με τις λέξεις της Δημοτικής (!) που ισχύει σήμερα. Συγκεκριμένα:

Από τις 70 λέξεις του αρχαίου κειμένου, μετά τη μετατροπή του αρχικού (ξ) σε (σ) στις λέξεις ξυνέγραψεν και ξυνιστάμενον, την απάλειψη του (ν) από το τέλος ορισμένων λέξεων, την αλλαγή ενός (ω) σε (ο) και ενός (ι) σε (η) στις λέξεις «αξιολογώτατον» και «κίνησις», ο Ηλεκτρονικός Υπολογιστής θεώρησε τις 65 ως λέξεις της  νεοελληνικής δημοτικής γλώσσας και δεν αναγνώρισε μόνον τις εξής 5:

                    { αρξάμενος, προγενημένων, Έλλησιν, εγένετο, τινί }

Όμως, ένας πολίτης που έχει επίπεδο μόρφωσης πάνω από τη στοιχειώδη εκπαίδευση, θα γνωρίζει ασφαλώς και την έννοια αλλά και τη διαφοροποιημένη χρήση στη νεοελληνική γλώσσα αυτών των 5 λέξεων. Ακόμα και το ασυνήθιστο «τινί» επέζησε στη νεοελληνική ως (όπως χαρακτηρίζεται) απολίθωμα  της αρχαίας αττικής διαλέκτου (π.χ. και σήμερα λέμε «έν τινι μέτρω»). Και να σκεφθεί κανείς πως ο Θουκυδίδης έγραψε την Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου στο τέλος του 5ου π. Χ. αιώνα, δηλαδή πριν από 24 και πλέον αιώνες, γεγονός που αποδεικνύει τη διαχρονικότητα της χρήσης της ελληνικής γλώσσας. Ίσως θα πρέπει να επισημάνουμε το γεγονός πως η ποντιακή και η κυπριακή διάλεκτος, οι οποίες βρίσκονται πλησιέστερα στην αρχαία ελληνική, διατήρησαν εκτός από το τελικό (ν) και άλλα στοιχεία της αρχαίας αττικής γλώσσας. Τέτοια στοιχεία διατήρησε επίσης και η γλώσσα των Ελλήνων της Νότιας Ιταλίας.

Και τώρα το ουσιώδες ερώτημα: Για πιο λόγο κάποιοι ολιγάριθμοι  μορφωμένοι καθηγητές πανεπιστημίου, ειδικοί ιστορικοί, φιλόλογοι και γλωσσολόγοι, που με ανεξήγητο τρόπο έχουν διεισδύσει σε κεντρικούς τομείς της δημόσιας εκπαίδευσης, διατύπωσαν μια θεωρία που αμέσως από την πρώτη ματιά ενός μη ειδικού δείχνει ξεκάθαρα πως δεν έχει γλωσσολογικούς στόχους; Ποιός είναι ο υποτιθέμενος επιστημονικός στόχος αυτής της αμφισβήτησης; Μήπως για να γλιτώσουν τα Ελληνόπουλα από την πλύση εγκεφάλων που τους δημιουργεί την ψευδαίσθηση  πως είναι οι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων;  Αν είναι αυτός ο στόχος, τότε οι απόψεις τους είναι ταυτόσημες με αυτές που διατυπώνονται από κέντρα του εξωτερικού για να πλαστογραφηθεί η ελληνική ιστορία, όπως έχουμε εκθέσει αναλυτικά σε σύνθετο άρθρο με πέντε αυτοτελή κείμενα της ίδιας θεματολογίας, το οποίο δημοσιεύτηκε στη «Νέα Πρωινή» στις 25-29 Ιανουαρίου αυτού του χρόνου (2018).

Αυτή η ομάδα των αναθεωρητών ιστορικών ξεφύτρωσε και γιγαντώθηκε σε πολυκομματικό έδαφος, όταν πλέον η γλωσσολογική διαμάχη είχε τερματισθεί το 1976 και όλοι πίστευαν πως οι αμφισβητήσεις για τη γλώσσα θα είχαν πλέον οριστικά τερματισθεί. Από τη δεκαετία του 1990 και μέχρι σήμερα, αν ένας διορατικός και οξύνους ερευνητής μελετήσει την επιλεκτική στελέχωση του υπουργείου παιδείας και την συνδυάσει με τις σταδιακές εκκαθαρίσεις της πατριωτικής Αριστεράς και την αποδυνάμωση της πατριωτικής λαϊκής Δεξιάς, θα κατανοήσει την αιτία της νέας αμφισβήτησης για τη διαχρονικότητα της Ελληνικής γλώσσας. Είναι μια αμφισβήτηση η οποία συνδέεται άμεσα με τις θεωρίες αποδόμησης της ελληνικής ιστορίας και την αρνητική θέση ύποπτων κέντρων του εξωτερικού στο θέμα της «ελληνικότητας των Ελλήνων», όπως τη διατύπωσε ο Φαλμεράγιερ για να εξυπηρετήσει την πολιτική του Μέτερνιχ, η οποία αποσκοπούσε στη διατήρηση της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στην παρεμπόδιση της δημιουργίας νεοελληνικού κράτους. Ο αρχιερέας της «Ιερής Συμμαχίας» θεωρούσε πως οι «έλληνες ρέμπελοι του 1821» και οι «Καρμπονάροι» του Γαριβάλδη στην Ιταλία, κλόνιζαν τα θεμέλια της εξουσίας των Βασιλέων, των Αυτοκρατόρων και του Σουλτάνου.

Οι αναθεωρητές, πίσω από μισόλογα και ακαταλαβίστικες θεωρίες, καταλήγουν στο τέλος στην ουσία των απόψεών τους. Ο σκοπός είναι ξεκάθαρος α λα Φαλμεράγιερ. Η ελληνική γλώσσα, λένε, δεν είναι ενιαία και η νεοελληνική δεν έχει σχέση με την αρχαία, την κοινή ελληνική και τη βυζαντινή, οι οποίες είναι ξένες και «νεκρές» γλώσσες. Συνεπώς, όπως είπε και ο ανεκδιήγητος φιλόλογος που αναφέραμε στο πρώτο μας άρθρο, οι μαθητές των ελληνικών σχολείων δεν θα πρέπει να πιστεύουν πως είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και πνευματικοί κληρονόμοι τους. Με λίγα λόγια δικαιώνουν τους ρατσιστικούς ισχυρισμούς του Φαλμεράγιερ πως στις φλέβες των νεοελλήνων δεν «υπάρχει ούτε σταγόνα αίματος των αρχαίων Ελλήνων» και συνεπώς δεν πρέπει να τους θεωρούν προγόνους τους. Μα τότε ποιοί είναι οι πραγματικοί κληρονόμοι; Αν δε είναι τα γνήσια τέκνα (μετά τη ναζιστική εξέταση του DNA !) δεν είναι ούτε τα υιοθετημένα που κάθονται στο σπίτι του πατέρα τους και μιλούν την ίδια γλώσσα μ’ αυτόν; Τα σκοτεινά μυστήρια κάποτε λύνονται. Έναν αιώνα μετά τον Φαλμεράγιερ οι χίτλερικοί αναθεωρητές της ιστορίας  διατύπωσαν τη θεωρία της καθόδου στη Μεσόγειο των γερμανικής καταγωγής «Βορείων Ελλήνων» και ανακήρυξαν τους σύγχρονους Γερμανούς ως πνευματικούς κληρονόμους των αρχαίων Ελλήνων.  Ίσως κάποτε θα λυθεί, με συγκεκριμένα στοιχεία και το μυστήριο των ελλήνων αναθεωρητών, οι οποίοι συνήθισαν να αποκαλούν φασίστα και ρατσιστή όποιον (Δεξιό ή Αριστερό) τολμά να αρθρώσει πατριωτικό λόγο. Το διαπιστώσαμε πρόσφατα στην περίπτωση του Μίκη Θεοδωράκη για τη θέση του στην ονομασία της Βαρντάρσκα (FYROM).

Οι εκκαθαρίσεις της πατριωτικής Αριστεράς διευκόλυναν την μακρόχρονη άνοδο στην εξουσία των εκσυγχρονιστών, των κρυφονεοφιλελεύθερων, των απατεώνων του χρηματιστηρίου και των διεφθαρμένων που ρήμαξαν τα δημόσια ταμεία στα σκάνδαλα με τα εξοπλιστικά προγράμματα. Ένα χρόνο πριν μπούμε στη δεκαετία του ’90, «κλάδεψαν» ένα από τα τελευταία εμπόδια στο υπουργείο παιδείας. Ήταν ο Αντώνης Τρίτσης που ήδη μνημονεύσαμε στην αρχή αυτού του άρθρου. Μαζί με τις ιδεολογικές του θέσεις για τα επαναστατικά κινήματα της Λατινικής Αμερικής και τις υμνολογίες του για τον Τσε Γκεβάρα, που τόσο ενθουσίαζαν την αριστερή πτέρυγα του κόμματός του, είχε και ένα φοβερό «πατριωτικό ελάττωμα». Επιδίωκε με φανατισμό την ανάταση και προβολή του ελληνικού πολιτισμού και της «ενιαίας και διαχρονικής ελληνικής γλώσσας», με ταυτόχρονη ανάδειξη της δύναμης του ελληνισμού της διασποράς σε ολόκληρη την υφήλιο. Αυτές οι ιδέες του που κρίθηκαν «συντηρητικές και ολίγον τι φασιστικές»,  ήταν η αιτία, παρά την αντιδικτατορική του δράση, να αποπεμφθεί από το υπουργείο παιδείας για να ακολουθήσει σύντομα και η διαγραφή του από το κόμμα. Για να αντιληφθούν οι αναγνώστες τα πατριωτικά σχέδια του Τρίτση σε προγράμματα ανάτασης του ελληνισμού, θα παραθέσω βασικά αποσπάσματα από την ομιλία του στη  συνάντηση με την Ελληνική Εκπαιδευτική Ηγεσία στο Παλιό Πανεπιστήμιο Αθηνών στις 8 Ιουλίου 1987, με θέμα την «Ανάκτηση της Ελληνικής Παιδείας»:

«Πρέπει να κατανοήσουμε οι Έλληνες ότι η μοίρα μας είναι να είμαστε πάντοτε σύγχρονοι και πάντοτε υπόλογοι για τον κόσμο – την οικουμένη – που δημιουργήσαμε στο πέρασμά μας, πάνω στη γη από τότε που συγκροτηθήκαμε ως συνειδητή πολιτισμική – παιδευτική – οντότητα. Η μοναδικότητα αυτού που πολιτισμικά εκπροσωπούμε οι Έλληνες ανάγεται και στον ιδιόμορφο και αέναα σύγχρονο χαρακτήρα του σε βαθμό που μπορεί να αποτολμηθεί η διαπίστωση ότι η μόνη ιδεολογία που επέζησε και επιζεί στο πέρασμα των χιλιετιών είναι η ιδεολογία του Ελληνισμού… {…}. Το χρέος μας είναι, μέσα από την εκπαιδευτική πράξη, να επιχειρήσουμε με όλες τις δυνάμεις μας πρώτοι εμείς οι της εκπαιδευτικής οικογένειας και μέσα από εμάς ολόκληρη η κοινωνία την Συνειδητή Ανάκτηση της Ελληνικής Παιδείας… {…}.  Καλούμε την Ακαδημία Αθηνών και όλα τα Πανεπιστημιακά Τμήματα να συμμετάσχουν στην συστηματική αξιολόγηση των αναλυτικών προγραμμάτων και των βιβλίων της βασικής εκπαίδευσης… {…}. Ο σημερινός Ελληνισμός στην Ελλάδα και την Διασπορά αποτελούμε ζωντανούς πνευματικούς θεματοφύλακες της ανθρωπότητας και αυτό πρέπει   να το συνειδητοποιήσουμε. Αποτελεί αυτό ιστορική αναγνώριση, που δεν έχει καμμία σχέση με σωβινισμούς, μια αναγνώριση που την έχει κάνει και την αποδέχεται ολόκληρος ο κόσμος. Δεν έχουμε το δικαίωμα στο όνομα του οποιουδήποτε προοδευτισμού να παραγνωρίσουμε αυτή την πολιτισμική και ιστορική αλήθεια και να αποποιούμεθα του μεγάλου χρέους που εκπορεύεται από αυτήν…{…}. Γλώσσα, Ελληνισμός, Παιδεία αποτελούν το ενιαίο και μοναδικό σύνολο που δημιούργησε τον οικουμενικό Ελληνικό πολιτισμό…{..}. Διερωτώνται πολλοί ξένοι γιατί η σημερινή Ελλάδα έχει μεγάλους ποιητές και λογοτέχνες. Η απάντηση είναι μία. Γιατί οι πνευματικοί μας δημιουργοί ελεύθερα και επιλεκτικά δανείζονται τις μορφές και το περιεχόμενο εικοσιεπτά αιώνων αισθητικής γλωσσικής καλλιέργειας και ανάπτυξης. Ο Ελύτης χρησιμοποιεί νοήματα 27 αιώνων και λέξεις 34 αιώνων ! Ποιών άλλων εθνοτήτων ποιητές μπορούν να το κάνουν αυτό; Πλέον δεν μπορούμε να ομιλούμε για δημοτική με το νόημα της λέξης όπως την χρησιμοποιούσε ο ‘δημοτικισμός’ και την ανέλυαν οι μεγάλοι δημοτικιστές…{…}. Τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας  και η γενικευμένη κρατική παιδεία  αλλά και η κρατική διοίκηση βιάζουν πλέον ή οπωσδήποτε παραμορφώνουν το αυθόρμητο γλωσσικό αίσθημα του λαού μας που τόσους αιώνες διατήρησε ζωντανά τα νάματα της ελληνικής γλώσσας…{…}.  Σήμερα πλέον η καλλιέργεια της δημοτικής, της καθομιλουμένης γλώσσας είναι δυνατή όχι πλέον  «ενστικτωδώς» από τον ίδιο τον λαό αλλά συστηματικά μέσα από την δόκιμη μελέτη της Ελληνικής Γλώσσας, μέσα από την διαχρονική της εξέλιξη από την αρχαία εποχή μέχρι σήμερα…{…}. Αυτός πρέπει να είναι ο νέος δημοτικισμός. Ο αγώνας ώστε ο σύγχρονος Ελληνισμός να μιλά σωστά σήμερα την Ελληνική Γλώσσα, που βγαίνει αβίαστα από την συστηματική επικοινωνία με τον τεράστιο πλούτο  της ενιαίας Ελληνικής Γλώσσας των 27 αιώνων Γραμματείας…{…}. Απευθύνομαι στα άλλα ιδρύματα και στους εκπαιδευτικούς φορείς που συμμετέχουν στην σημαντική μας συνάντηση να συντρέξουν με ενθουσιασμό και ιστορική συνείδηση  την απόφαση αυτή της Ελληνικής Πολιτείας…{…}. Εάν γίνει πλήρως κατανοητή σε όλες τις προεκτάσεις της η απόφαση αυτή θα προστατευθεί από άσκοπους ανταγωνισμούς και ουτοπικές κριτικές…{…}. Πέραν από τους εθνικούς λόγους που επιβάλλουν κατά την κρίση της Πολιτείας την μελέτη και της αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας, υπάρχουν και λόγοι Δημοκρατίας.  Δεν έχει η Πολιτεία  το δικαίωμα να αποστερήσει τις λαϊκότερες τάξεις που συνήθως εγκαταλείπουν το σχολικό σύστημα στον 9°  χρόνο -Γυμνάσιο- από τον γλωσσικό πλούτο της αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας. Έτσι θα οδηγούμεθα σε δύο ειδών κοινωνίες, κατ΄ αντιστοιχία προς την εποχή του καθαρευουσιανισμού με έντονα ταξικά σύνορα…{…}. Δεν ομιλούμε απλώς για «επανεισαγωγή» των αρχαίων Ελληνικών στο Γυμνάσιο γιατί δεν εγκρίνουμε τον τρόπο που η διδασκαλία τους γινόταν στο παρελθόν. Αφήνουμε τους ειδικούς, επαναλαμβάνω, να μας πουν τον τρόπο   για την διαχρονική σπουδή της γλώσσας μας από την αρχαιότητα, στην εννεάχρονη  εκπαίδευση – το Γυμνάσιο -, και ενδεχομένως με κάποια παιδαγωγικά παιχνιδίσματα στο Δημοτικό…{…}. Κανένας νέος Έλληνας δεν επιτρέπεται να στερηθεί από την μεγάλη πατρογονική πνευματική περιουσία του που επί αιώνες έχει αποδειχθεί πολύτιμη πηγή Παιδείας ξένων λαών…{…}. Είναι σαφές ότι απαιτείται μια πραγματική εκστρατεία, μια σταυροφορία για την Ελληνική Γλώσσα στην Ελλάδα, τον Ελληνισμό της Διασποράς και τον υπόλοιπο κόσμο…{…}. Καλούμε την Ακαδημία Αθηνών, τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της χώρας, τους εκπαιδευτικούς, όλους τους φορείς κοινωνικής δράσης, τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, τον τύπο και την τηλεόραση ιδιαίτερα να ενεργοποιηθούν στο πλαίσιο αυτής της εκστρατείας…{…}.

Ένα πρώτο πρόγραμμα δράσης που ο υπουργός έθεσε στην κρίση της Ακαδημαϊκής Κοινότητας ήταν το εξής:

  1. Συμπόσιο για την Γλώσσα
  2. Επεξεργασία νέων αναλυτικών προγραμμάτων για την Γλώσσα στην Πρωτοβάθμια και

     Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση

  1. Έκδοση των έργων της Αρχαίας, Μεσαιωνικής και Νεώτερης Γραμματείας για μαζική

χρήση σε σωστή μετάφραση όπου απαιτείται, αλλά πάντοτε με παρουσίαση των         πρωτοτύπων κειμένων.

  1. Συμπλήρωση όλων των σχολικών βιβλίων μεταφράσεων της Αρχαίας Γραμματείας με τα

     πρωτότυπα κείμενα.

  1. Σύνταξη δόκιμου λεξικού της Νεοελληνικής Γλώσσας για σχολική χρήση.
  2.  Εκπόνηση ειδικών βιβλίων και βοηθημάτων για τους Έλληνες της Διασποράς και για τους

μετανάστες που παλιννοστούν. Ειδική επικοινωνία με τον Ελληνισμό της αρχαίας        Διασποράς (Καύκασος, Νότια Ιταλία κ.λπ.).

  1. Εκπόνηση ειδικών βιβλίων και βοηθημάτων για την σπουδή της Ελληνικής Γλώσσας από ξένους. Δημιουργία Ινστιτούτων Ελληνικής Γλώσσας στις άλλες χώρες.
  2. Συστηματικότερη επικοινωνία με τα διεθνή Κέντρα Ελληνικών Σπουδών και τις Θεολογικές Σχολές για την συστηματικότερη συνδρομή της Ελλάδας στην μελέτη της Ελληνικής Γλώσσας.
  3. Ανάπτυξη ειδικού προγράμματος υποτροφιών για ξένους στην Ελλάδα για την μελέτη

     της Ελληνικής Γλώσσας.

  1. Ανάπτυξη ειδικών οπτικοακουστικών μεθόδων για την αισθητική επικοινωνία με την

     Ελληνική Γλώσσα και τον ελληνικό στοχασμό.

  1. Συνεργασία για τη Γλώσσα με τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, τύπο, ραδιόφωνο,

     τηλεόραση. Επίσης, το θέατρο, κινηματογράφο, τραγούδι.

  1. Συστηματικότερη οργάνωση των Ελληνικών Σπουδών και της Ελληνικής Γλώσσας

     στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.

  1. Ευρύ πρόγραμμα μετεκπαίδευσης και επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών σε ζητήματα

     Γλώσσας  (φιλολόγων και άλλων).

 

Για την ελληνική γλώσσα θα συνεχίσουμε στο επόμενο 4ο  άρθρο μας.

Διαβάστε ακόμα:

Η διαχρονική συνέχεια της ενιαίας ελληνικής γλώσσας

Ο ελληνικός γλωσσικός διχασμός

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

You may also like

Ο «Αλβανός» Αχιλλέας και οι ανθελληνικές προκλήσεις των αναθεωρητών της Ιστορίας

Η έκτη απόπειρα αναθεωρητισμού της Ιστορίας και οι