Δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια: Οι συνέπειες του γεγονότος

Δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια: Οι συνέπειες του γεγονότος

και η αλλαγή του Ρου της Ιστορίας μετά το τραγικό γεγονός 

 

συνέχεια από το προηγούμενο

Του Γεώργιου Μαυρομιχάλη

Μετά από το περιληπτικό αυτό περίγραμμα των παραγόντων που διαμορφώνουν το γενικό πνεύμα της Μάνης, ας περάσουμε στο γενικό περίγραμμα που διαμορφώνει το γενικό πνεύμα στο επίπεδο του Ελληνικού Έθνους.

Το 1453 με την άλωση της Βασιλεύουσας πόλης της Κων/πολης από τον Μωάμεθ τον Πορθητή, το Οικουμενικό Βυζαντινό Κράτος διαλύθηκε.

Εν τούτοις ο λαός που κατοικούσε στις περιοχές που ήκμασε ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, έχοντας συνείδηση της ελληνικότητάς του, συνέχισε τη συλλογική πολιτιστική του ζωή, βασισμένος στην έννοια του Γένους, η οποία με την πάροδο των αιώνων μετασχηματίζεται σταδιακά σ’ εκείνη του Έθνους.

Η Εκκλησία ήταν ο φορέας του Ελληνικού Γένους, ένα ανάμεσα στα λοιπά γένη των Χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτή θεωρώντας το σύνολο των χριστιανικών πληθυσμών του οθωμανικού κράτους ως “Χριστιανό Σώμα” και της οποίας κάθε μέλος πέρα από υπήκοος του Σουλτάνου ήταν και υπήκοος του Ουράνιου Βασιλείου του Θεού, πρόβαλε τον εαυτό της ως συνεχιστή της βυζαντινής πολιτιστικής κληρονομιάς.

Στα πλαίσια της εγκόσμιας αποστολής της, χρησιμοποιώντας ως όργανο διατήρησης της πολιτιστικής ενότητας του φόρου υποτελών στη Σουλτανική εξουσία Χριστιανών, το βυζαντινό αυτοκρατορικό και οικουμενικό πατριαρχικό δίκαιο, ήλπιζε ότι σε “βάθος χρόνου” ήταν εφικτή μια “εκ των ένδον” διάβρωση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, από την οποία θα μπορούσε να προκύψει κάποιας μορφής επανασύσταση του Βυζαντινού κράτους. Ένα κράτος το οποίο θα ήταν πολυεθνικό – πολυφυλετικό – μονοκρατικό και συντηρητικό.

Όμως στη διάρκεια των τεσσάρων αιώνων που ακολούθησαν την άλωση, η εγκόσμια πραγματικότητα της συλλογικής πολιτιστικής ζωής του ελληνικού γένους διαμορφώθηκε από τέσσερες κατηγορίες συσσωματώσεων: Την πολιτική – την θρησκευτική, την οικονομική και τη στρατιωτική – εντός των οποίων αναπτύχθηκαν νέες δυνάμεις οι οποίες πρόβαλαν ένα καινούργιο πρότυπο ομαδικής συμβίωσης, αντίθετο προς το πρότυπο του γένους. Το νέο αυτό πρότυπο ήταν μονοφυλετικό, πολυκρατικό και δημοκρατικό, στο οποίο οι ιδέες του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού έπαιξαν καθοριστικό ρόλο, όπως αυτές συνδέθηκαν με αντίστοιχες πολιτικές ιδέες που γεννήθηκαν στα πλαίσια των μεγάλων επαναστάσεων του 18ου αιώνα, της Αμερικάνικης πρώτα και κυρίως της Γαλλικής που ακολούθησε.

Των νέων αυτών δυνάμεων του Ελληνισμού, πολιτικός φορέας υπήρξε ο θεσμός των κοινοτήτων, θρησκευτικός φορέας υπήρξαν οι κατά τόπους επισκοπές, οικονομικός φορέας οι συντροφιές και οι συντεχνίες, στρατιωτικός δε φορέας, θεσμοί όπως εκείνοι των αρματολών και των κλεπτών στη Στερεά, ή των καπετάνιων και των κάπων στην Πελοπόννησο και των συντροφοναυτών και κουρσάρων στα νησιά του Αιγαίου.

Τα κατά το πρώτο έτος της Επανάστασης του ’21, τοπικά πολιτεύματα, όπως εκφράστηκαν στα καταστατικά που τα συγκροτούσαν (Πελοποννησιακή Γερουσία – Γερουσία της Δυτ. Χέρσου Ελλάδος – Άρειος Πάγος της Ανατολικής κλπ) αποτέλεσαν εφαρμογή στην πράξη της πολυκρατικής αρχής, δίνοντας στο κράτος του Επαναστατημένου Έθνους, ένα χαρακτήρα ομοσπονδιακό, που δεν ήταν ξένος στην νεοελληνική πραγματικότητα, όπως μαρτυρούν οι προεπαναστατικές ομοσπονδιακού χαρακτήρα ενώσεις “κοινοτήτων”. Παραδείγματα τέτοιων ενώσεων υπήρξαν τα Μαντεμοχώρια της Χαλκιδικής, τα Ζαγοροχώρια του Πηλίου ή τα Μαστιχοχώρια της Χίου, αλλά και η Συμπολιτεία του Ακρωτηρίου που τη συγκροτούσαν οι πόλεις της Πρέβεζας, της Βόνιτσας, της Πάργας και του Βουθρωτού, η στρατιωτική συμπολιτεία του Σουλίου στην Ήπειρο, η Ηγεμονία των Καπετανιών της Μάνης υπό τον Μανιατόμπεη. Μια άλλη περισσότερο εξελιγμένη ως προς τα Δυτικά πρότυπα, αλλά αυτόνομη “ιθαγενής” ομοσπονδιακή μορφή, ήταν το πολίτευμα των Ιονίων Νήσων στη σταδιακή διαμόρφωση του οποίου από το 1800 – 1807 είχε πάρει ενεργό μέρος και ο Ιωάννης Καποδίστριας. Το πολίτευμα αυτό σχηματίστηκε κάτω από τη διπλή επίδραση φεουδαρχικών κατ’ αρχάς, και μοναρχικών αργότερα στην περίοδο της Αγγλοκρατίας, προτύπων.

 

Στα βασικά προβλήματα που απασχολούσαν τους επαναστατημένους Έλληνες ήταν και εκείνο που σχετιζόταν με τη μορφή που θα έπαιρνε το νέο Ελληνικό κράτος.

Τέσσερες εκδοχές διαγράφονταν γι’ αυτό: Η πρώτη ήταν εκείνη που προέβλεπε το Σύνταγμα που συνέταξε ο Ρήγας Βελεστινλής, ο χαρακτήρας του οποίου προβλέπονταν μονοκρατικός και υπερεθνικός, αντί πολυεθνικός, όπως εκείνος του Γένους, αλλά σε αντίθεση με αυτόν του Γένους που προβλέπονταν συντηρητικός, θα διέπονταν  από δημοκρατική – αντιπροσωπευτική ιδεολογία.

Η εκδοχή αυτή μετά την σύλληψη του από τις Αυστριακές αρχές και τη δολοφονία του από τους Τούρκους στο Βελιγράδι, και την αποτυχία της υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη Επανάστασης στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες, ακυρώθηκε εν τοις πράγμασι.

Απέμεναν τρία πολιτειακά πρότυπα που κατά την άποψη του Καποδίστρια προσφέρονταν για επιλογή. Το ομοσπονδιακό, το συγκεντρωτικό εκλογικό (αντιπροσωπευτικό) και το μοναρχικό.

Η Α΄ εν Επιδαύρω Εθνική Συνέλευση είχε, παράλληλα με τη σύσταση της Κεντρικής Διοικήσεως, σεβαστεί την ομοσπονδιακή συγκρότηση των “μερικών Διοικήσεων” που διατηρούσαν την επαρχιακή σύνθεση.

Ωστόσο πολύ σύντομα διαπιστώθηκε από τα πράγματα ότι η ρύθμιση αυτή ήταν επιζήμια για τους σκοπούς της Επανάστασης του Έθνους.

Η Β΄ εν Άστρει Εθνική Συνέλευση θεώρησε την ύπαρξη των “μερικών Διοικήσεων” δηλαδή των Γερουσιών, του Αρ. Πάγου κλπ., επιβλαβή εις την άσκηση της Δημόσιας Οικονομίας, δηλαδή της κεντρικής Διοικήσεως. Έτσι τις καταργεί με ψήφισμα της, γνωστό ως Ε΄ ψήφισμα της Β΄ Εθνικής Συνέλευσης και εισάγει “τους διαφόρους λαούς της Ελλάδος” κάτω από τη δικαιοδοσία της Εθνικής Διοικήσεως – τουτέστι της Κεντρικής Κυβερνήσεως.

Ύστερα από το ψήφισμα αυτό, η ανάγκη για την κατά κάποιο τρόπο –συγκεντρωτική οργάνωση της χώρας πρόβαλε απαιτητική.

Ο Πετρόμπης Μαυρομιχάλης τον Ιανουάριο του 1824 ως πρόεδρος του Νομοτελεστικού, θέτει πρώτος την υπογραφή του σε έγγραφο πρόσκληση της Κυβερνήσεως προς τον Καποδίστρια να έλθει στην Ελλάδα και να αναλάβει τη –διακυβέρνηση. Στην πρόσκληση αυτή την οποία συνυπογράφουν οι Σωτ. Χαραλάμπης, Ανδρ. Μεταξάς και Ν. Σπηλιάδης μεταξύ των άλλων περιέχονται και τα εξής:

…. Εξοχώτατε Κόμη! Ήταν προορισμένο βέβαια να γεννηθής εις τον κόσμον δια την αθανασίαν, η τύχη και η φύσις συνόμωσαν, δια να σε καταστήσουν ευεργέτην της πατρίδας σου, εις την οποίαν απέδωκας την παλαιάν της εύκλειαν και τα ιερά δίκαια, όσα ο Θεός εχάρισεν εις τον άνθρωπον. Δεν διήμαρτες των ελπίδων και της εφέσεως. Οι Έλληνες απεφάσισαν να αποθάνουν εντίμως, διά ν’ αποφύγουν τας συμφοράς της πικροτάτης δουλείας, και χείμαρροι αιμάτων, δακρύων, και ιδρώτων, τους αποκατέστησαν αξίους της ανεξαρτησίας. Αλλά δεν είναι τόσον δύσκολον ν’ αποκτήση τις την ελευθερίαν του, όσον να την φυλάξη. Τα ελαττώματα της εξωλεστάτης τυραννίας βασιλεύουν εις τας παρούσας γενεάς, η δ’ αμάθεια και πλεονεξία επαπειλούν την αρτισύστατον ανεξαρτησίαν του έθνους σου. Έχομεν αξίους πολεμικούς, αλλ’ υστερούμεθα εναρέτων ανδρών και αναλόγως αξίων με τας περιστάσεις μας, διότι η επιστήμη της πολιτικής είναι δυσκολώτατον μάθημα…

… Εξοχώτατε! η πατρίς σου, η φιλτάτη σου Ελλάς απεφάσισε να θυσιασθή ενδόξως.

Η υπερτάτη δύναμις την εβοήθησε και ανεδείχθη τροπαιούχος, και κατεκλόνισε τον κολοσσόν της Τουρκικής τυρρανίας· αλλά θα χαθή φυσικώς τέλος πάντων, αν οι αγαθοί πατριώται, οι μόνοι σωτήρες της, δεν δράμουν εις βοήθειάν της. Η εξοχότης Σου έχεις βέβαια φυσικήν ροπήν να θυσιάσης και την ζωήν σου διά την σωτηρίαν της. Οι καλοί πατριώται Σου Σε επιθυμούν. Ας ίδη λοιπόν πραγματικώς η Ελλάς την εκπλήρωσιν του ιερωτάτου τούτου χρέους σου. Σε περιμένει μ’ ανοικτάς τας αγκάλας….”.

 

Κομιστής του εγγράφου ορίζεται ο Δημ. Περρούκας, ο οποίος σύμφωνα με την απάντηση του Καποδίστρια που απευθύνεται στη διάδοχη πολιτική κατάσταση στα τέλη (Δεκέμβρ.) του 1825, του την παρέδωσε μετά ένα χρόνο, στο τέλος δηλαδή του 1824 (Από τότε το ταχυδρομείο θα έπρεπε να ονομάζεται βραδυδρομείο).

Μετά την τραγωδία του Εμφυλίου πολέμου το 1825, η Γ΄ εν Τροιζήνει Εθνική Συνέλευση αποπειράται να συγκεράσει τις δύο αντίθετες τάσεις· Την πολυκρατική – ομοσπονδιακή και την συγκεντρωτική – αντιπροσωπευτική ή και μοναρχική.

Έτσι το Σεπτ. του 1827 με τη “Διάταξη Διοικήσεως της Ελληνικής Επικράτειας”, που συντάχθηκε από το Γρηγ. Σούτσο στοχεύοντας στην προετοιμασία του εδάφους για την ανάληψη της εξουσίας από τον Καποδίστρια, προέβλεπε συγκερασμό κεντρικών και περιφερειακών δικαιοδοσιών με ενίσχυση της κεντρικής Διοικήσεως.

Κατά την Καποδιστριακή περίοδο διακυβέρνησης κορυφώθηκε η σύγκρουση ανάμεσα στο πολυκρατικό πρότυπο και το συγκεντρωτικό αντιπροσωπευτικό που ήταν η τελική επιλογή του Καποδίστρια, τα οποία ως εκ της φύσεως τους, είχαν την τάση να τείνουν στην ολοκληρωτική επιβολή του ενός σχήματος σε βάρος του άλλου.

 

Ο Καποδίστριας είχε από την αρχή του αγώνα – σε ανύποπτο χρόνο – εκφραστεί υπέρ ενός συγκερασμού του διοικητικού συστήματος που θα επέτρεπε τη διαμόρφωση ενός κυβερνητικού σχήματος με βάση την ελληνική ιστορική πραγματικότητα, χωρίς προσφυγές σε ξένα πρότυπα.

Αμέσως, με το που αναλαμβάνει την εξουσία κατ’ απαίτησή του, εκδίδεται το ΝΗ΄ (58) ψήφισμα της Βουλής στις 18 Ιανουαρίου 1828, με το οποίο αναστέλλεται προσωρινά η ισχύς του Συντάγματος της Τροιζήνας, ιδρύεται Διοίκηση με επικεφαλής μονοπρόσωπο όργανο – τον Κυβερνήτη – και αυτοδιαλύεται η Βουλή.

Με το Α΄ ψήφισμα του Κυβερνήτη στις 20 Ιανουαρίου, ιδρύεται ένα σύστημα προεδρικής Δημοκρατίας με αυξημένες τις δικαιοδοσίες του Προέδρου, ο οποίος ασκεί και την νομοθετική εξουσία με τη βοήθεια 27 Επταμελούς γνωμοδοτικού οργάνου με την ονομασία “Πανελλήνιον”. Το κράτος υπ’ αυτή τη συγκρότηση ονομάστηκε σύμφωνα με την πρακτική που εφαρμόστηκε από την Γ΄ Εθνική Συνέλευση “Ελληνική Πολιτεία”.

Ακολουθούν το Ι΄ (10) ψήφισμα της 13ης Απριλίου 1828 με το οποίο διευρύνονται τα όρια των μεγάλων διοικητικών διαιρέσεων τα οποία μετονομάζονται από “Θέματα” ή “Διοικήσεις” σε “Τμήματα”[1].

Συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην κεντρική Διοίκηση και την τοπική αυτοδιοίκηση πρώτου και δευτέρου βαθμού, είναι οι από τον Κυβερνήτη οριζόμενοι “Έκτακτοι Επίτροποι” (7 για την Πελοπόννησο και 6 για τα Νησιά, σύνολο 13, όσα και τα “Τμήματα” της επικράτειας του Κράτους), καθώς και οι εκλεγμένοι δημογέροντες στο μέτρο που τους ανατίθενται αρμοδιότητες πέρα από τις τοπικές που εξυπηρετούν την κυβέρνηση.

Μέχρις εδώ και όσο τα πράγματα είναι ακόμα στη θεωρία, όλα πηγαίνουν κατ’ ευχήν. Όταν όμως η θεωρία αρχίζει να υλοποιείται σε πράξη, τότε το πράγμα αρχίζει να στραβώνει. Η προσπάθεια του Καποδίστρια να οργανώσει κράτος με ισχυρή κεντρική εξουσία, ενώ έβρισκε θερμή ανταπόκριση στην μεγάλη πλειοψηφία του λαού, ο οποίος είχε εκτιμήσει τον ασκητικό του βίο, την άοκνη ενεργητικότητα, την ανιδιοτέλειά του και το ανεπίληπτο του ήθους του, προκαλούσε ολοένα και μεγαλύτερες αντιδράσεις στην “Προυχοντική τάξη”, καθώς αυτή έβλεπε να παραγκωνίζεται σταθερά τόσο στη στελέχωση των θέσεων του διοικητικού μηχανισμού, καθώς οι θέσεις αυτές ως επί το πλείστον προσεφέροντο σε ανθρώπους σπουδαγμένους μεν, αλλά στην πλειοψηφία τους ετερόχθονες – δηλαδή από περιοχές της Ελλάδος που δεν είχαν ακόμη ενταχθεί στα όρια του αναγνωρισμένου από τις συνθήκες, Ελλ. Κράτους.

Αλλά και από το γεγονός ότι οι νεοδιορισμένοι είτε για λόγους προσωπικού γοήτρου ή για ιδιοτελείς λόγους συμπεριφέροντο προς αυτούς βασιλικότερα του Βασιλέως.

Όταν μάλιστα με το Η΄ (8ο) ψήφισμα της 4ης Φεβρ. 1830, εισήχθησαν ενιαίες ρυθμίσεις σε διάφορα δημοσιονομικά θέματα μεταξύ των οποίων η επιβολή δέκα κατηγοριών φόρων, που εισπράττονταν μεν από τις διάφορες επαρχίες, καταθέτονταν δε στο Δημόσιο Ταμείο, οι δε δαπάνες διενεργούνταν από την Κεντρική Διοίκηση – δηλαδή τον Καποδίστρια – εξ’ ου και το «Γιάννης κερνάει και το Γιάννης πίνει» – όταν και όπως αυτός έκρινε και μάλιστα όχι μόνο για τις ανάγκες της επαρχίας απ’ την οποία τους εισέπραττε αλλά και για τας κοινάς του Έθνους ανάγκας, η Προυχοντική τάξη, αποξενωμένη από το προνόμιο να ρυθμίζει τη δημοσιονομική πολιτική της περιφέρειας και κατ’ επέκταση του κέντρου κατά το συμφέρον της, φούντωσε τότε την αντίδρασή της.

Οι ριζικές μεταβολές στις πολιτικο-οικονομικές δομές όπως αυτές που επεδίωκε ο Κυβερνήτης, με μέτρα που απέβλεπαν στην αποδέσμευση των ψηφοφόρων από την πιεστική επίδραση των προκρίτων προκειμένου να προχωρήσει στην αναθεώρηση του Συντάγματος και τη διενέργεια εκλογών προς ανάδειξη αληθινά εθνικών και όχι τοπικών αντιπροσώπων, ήταν φυσικό να πλήξουν περιοχές όπως η Μάνη, η Ύδρα και η Σύρος. (Σήμερα, η μόνη πολιτική πρόοδος που έχει συντελεστεί είναι η μετάλλαξη των τοπικών αντιπροσώπων σε κομματικούς βουλευτές.)

Στις περιοχές αυτές από την πρώτη στιγμή της εφαρμογής των κυβερνητικών μέτρων, οι τοπικοί ηγετικοί παράγοντες στο βαθμό που αποκλείονται από τη συμμετοχή στην εξουσία, αντέδρασαν αυτόματα, σχηματίζοντας τους πρώτους πυρήνες της αντιπολίτευσης, στους οποίους προσχώρησαν και όσοι άλλοι δυσαρεστημένοι, όπως:

  • Δημόσιοι υπάλληλοι που είχαν τη θέση τους και την έχασαν.
  • Άλλοι που προσδοκούσαν να ενταχθούν στον κρατικό μηχανισμό και δεν το πέτυχαν και
  • Άλλοι, οι οποίοι αποδείχτηκαν οι πιο επικίνδυνοι και ήταν αυτοί που πριν την κάθοδο του Καποδίστρια, χάρις στην λογιοσύνη τους ήλεγχαν την κατάσταση και που καραδοκούσαν την κατάλληλη ευκαιρία για να δράσουν.

 

Για όλους αυτούς, η εξ’ ενός προσώπου πηγάζουσα εξουσία, καθιστούσε τον Καποδίστρια προσωπικό του εχθρό.

Πάνω σ’ αυτή τη λεπτή γραμμή ισορροπίας που κρίνονταν τα πάντα, όσον αφορά τη σύνδεση θεωρητικού προγραμματικού οράματος και της πράξης της διακυβέρνησης, ο χαρακτήρας του Κυβερνήτη έδειξε το αδύνατο σημείο του, το οποίο πολύ εύστοχα είχε διακρίνει και διατυπώσει ο διάδοχος του, Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, Νέσερλροντ, στην αποκαλυπτική αξιολόγηση του γι’ αυτόν που έχει ως εξής:

Ο Καποδίστριας έχει πολύ αγνή ψυχή, αριστοκρατικά αισθήματα πολύ αφιλοκερδή, με λιγότερο πάθος και κενοδοξία, ευρίσκεται όμως μακράν του να διαθέτει… εκείνο τον πρακτικό νου, τον απαραίτητο για την καλή διοίκηση των υποθέσεων του ταπεινού αυτού κόσμου.

Ο Καποδίστριας διαθέτει πολύ νου, αλλά συχνά έχει λανθασμένες ιδέες και παρ’ όλη τη μεγάλη οξύνοια του, η κρίση του είναι συχνά λανθασμένη. Έχει διορατικότητα και φινέτσα, αλλά όχι πάντοτε λογική. Του λείπει η πείρα των ανθρώπων και των πραγμάτων, έχει δε την εντύπωση, ότι εργάζεται για ένα κόσμο που αποτελείται από όντα εξ ίσου τέλεια μ’ αυτόν”. Βέβαια, αν δεν ήταν έτσι, δεν θα ήταν Καποδίστριας, αλλά Πότσο ντι Μπόργκο.

 

Έχοντας όλα αυτά υπ’ όψιν μας ας παρακολουθήσουμε την κορύφωση του δράματος του οποίου η τελική πράξη έλαβε χώρα στο Ναύπλιο, όπου και η έδρα του Κυβερνήτη, όχι σαν νωχελικοί θεατές που παρακολουθούν από τον καναπέ τους ένα ιστορικό ντοκιμαντέρ, αλλά σαν ενεργοί πολίτες – μετέχοντες κρίσεως και αρχής – που θέλουν και μπορούν να βιώσουν το ρίγος που διαπέρασε την ψυχή των ανθρώπων που εμπλέχτηκαν σ’ αυτά τα γεγονότα, αλλά και την ψυχή των πολλών απλών ανθρώπων που πάνω στο πρόσωπο του Κυβερνήτη είχαν στηρίξει την ελπίδα για ένα τέλος των βασάνων τους.

 

Μετά τα δραματικά γεγονότα του Αυγούστου του 1831 στον Πόρο, βαριά σύννεφα σκίαζαν τον πολιτικό ουρανό της Πρωτεύουσας του αρτισύστατου ανεξάρτητου Κράτους. Οι πρώτες φθινοπωρινές ημέρες διέρρεαν γεμάτες από επεισόδια, αντεγκλίσεις και συνεχή πάλη μεταξύ του κυβερνητικού και του ή ακριβέστερα, των αντικυβερνητικών στρατοπέδων.

Η καποδιστριακή διοίκηση δεχόταν τότε τα σκληρότερα πλήγματα της αντιδράσεως, διευθυνόμενα από την εις Ύδραν εδρεύουσα “Συνταγματική Επιτροπή” την οποία αποτελούσαν οι: Λάζαρος και Γεωργ. Κουντουριώτης, Ανδρ. Μιαούλης, Μανώλης Τομπάζης, Αντων. Κριεζής και Νικολ. Οικονόμου. Αιχμή του δόρατος της κατά της Κυβέρνησης αντίδρασης, υπήρξαν οι δύο αντικαποδιστριακές εφημερίδες. Η ΗΩ του Εμμαν. Αντωνιάδη και ο ΑΠΟΛΛΩΝ του Αναστ. Πολυζωίδη, οι οποίοι εγκατεστημένοι στην Ύδρα υπό τη χρηματοδότηση και την προστασία της Συνταγματικής Επιτροπής, εξαπέλυαν τους μύδρουν των κατά του Κυβερνήτη, καλλιεργώντας και εξερεθίζοντας τα πολιτικά πάθη, φανατίζοντας το λαό και κινώντας το στρατό σε διχασμό και στασιακά κινήματα.

Η κατάλυση των Κυβερνητικών αρχών στα νησιά του Αιγαίου, η στασίαση της Μάνης και προπαντός η στάση των ξένων δυνάμεων και κυρίως της Αγγλίας και της Γαλλίας, οι οποίες διά των δύο αντιπρέσβεων Ντώκινς και Ρουάν και τους επικεφαλείς των στρατιωτικών τους δυνάμεων, μετείρχοντο κάθε φανερού και κρυπτού τρόπου για την επίτευξη του πλήρους ελέγχου του υπό την προστασία τους νεοσύστατου κρατιδίου, έφεραν τα εσωτερικά πολιτικά πράγματα στο απροχώρητο.

Ήδη από τον Απρίλιο του 1831 ο Αλεξ, Μαυροκορδάτος, εναντίον του οποίου ακόμη και μέσα στη Βουλή το 1845 εκτοξεύετο από τους αντιπάλους του (Θεοδ. Γρίβας) η δεινή κατηγορία της ηθικής αυτουργίας στη δολοφονία του Καποδίστρια, σε ιδιόχειρο γράμμα προς τον Θεοδ. Ξένο, μας δίνει μια μικρή αλλά ζωντανή εικόνα της ανώμαλης κατάστασης της εποχής του, γράφει:

“… Βλέπω ότι το αυθαίρετον θα φθάσει επί την ακμήν του, να φέρει δια της βίας κρίσιν του πράγματος. Ο Ναύαρχος Μιαούλης, με τον οποίο ωμίλησα μένει εκεί, διότι θέλει χρειασθεί εις μίαν τοιαύτην περίστασιν. Όλοι, μας βεβαιούν ότι ο Κυβερνήτης είναι τόσο παραζαλισμένος, ώστε αποφασίζει και μεταμελείται δέκα φοράς την ώραν, Οι ξένοι δεν θέλουν ανακατωθεί ως μας πληροφορούν εις κανένα εσωτερικόν μέτρον, και τούτο παραζαλίζει έτι μάλλον τον κυβερνήτην….

Μέσα σε αυτό το κλίμα φθάνουμε στη μοιραία μέρα.

Ξημέρωνε η τελευταία Κυριακή του Σεπτεμβρίου.

Ο Κυβερνήτης όπως το συνήθιζε ξυπνάει απ’ τα χαράματα, και αφού ευπρεπίζεται, κάθεται στο γραφείο του και συντάσσει σ’ ένα κομμάτι χαρτί το οποίο βρέθηκε και διασώθηκε από τον Ελβετό γραμματέα του, Ελιαμή Μπετάν, ένα σχέδιο συντόμου επιστολής.

Αυτή είχε γραφεί στα γαλλικά γιατί ως γνωστόν ο ίδιος ενώ μιλούσε ελληνικά, έγραφε ιδιοχείρως τις επιστολές και τις εγκυκλίους στην γαλλική, τα έδινε στη γραμματεία του η οποία τις μετέφραζε και τις καθαρόγραφε. Κατόπιν ο Κυβερνήτης κάτω από το καθαρογραμμένο κείμενο έβαζε την ιδιόρρυθμη και πολύπλοκο υπογραφή του στα ελληνικά.

Σ’ αυτό το προς άγνωστο παραλήπτη σημείωμα έγραφε:

Αγαπητέ μου. Η υπόθεσις θα τελειώσει καθώς επιθυμείς. Η διάθεσή σου να μην δεχθείς τίποτε αντί των προς την Ελλάδα υπηρεσιών σου, λαμπρύνει το γενναίον σου χαρακτήρα και εμέ κατευφραίνει υπερευγνωμονούντα. Βάλσαμο τούτο εις την ψυχήν μου την κατά πάσαν στιγμήν πικρίας ποτιζόμενην!

Σφίγγω το χέρι σου!

Ιωάν. Καποδίστριας”.

 

Αν προς στιγμήν υποθέσουμε πως πιθανός παραλήπτης έμελλε να είναι ο Πετρόμπεης, σε συνδυασμό με την κατάθεση του 38χρονου Γεωργ. Σταύρου ράπτη στο επάγγελμα[2], τότε ανατρέπεται πλήρως η από τους ιστορικούς διατυπωθήσα εκδοχή που θέλει τον Κων/νο και Γεωργ. Μαυρομιχάλη ν’ αποφάσισαν την εκτέλεση του Κυβερνήτη, μετά την ακύρωση της συμφωνημένης συνάντησης του Πετρόμπεη δύο ή τρεις ημέρες πριν την δολοφονία, παρουσία του Ρώσου Ναυάρχου Ρίκορντ.

 

Ο ήχος της καμπάνας του Αγ. Σπυρίδωνα αποσπά τον Κυβερνήτη από τις σκέψεις του, υπενθυμίζοντας του το πρόγραμμα της ημέρας.

Σηκώνεται από το γραφείο, φοράει τη ρεντικότα του με τις δύο σειρές ασημένια κουμπιά με το φοίνικα, τα λευκά γάντια του, παίρνει το μαλακό του καπέλο και συνοδευόμενος από δύο σωματοφύλακες, τον εκ Κρήτης μονόχειρα Γεώργιο Κοζώνη και τον εκ Τριπολιτσάς Δημητρ. Λεωνίδη (Λέων), ξεκινάει και βγαίνει στο δρόμο, που δυστυχώς γι’ αυτόν και την πατρίδα επρόκειτο να είναι χωρίς γυρισμό.

Δύο οικοδομικά τετράγωνα πιο πέρα και κάτω, την ίδια περίπου ώρα, ετοιμάζονται να πάνε στην ίδια εκκλησιά ο Κωνσταντίνος και Γεώργιος Μαυρομιχάλης. Ντυμένοι με τα καλά κυριακάτικα ρούχα τους, έχοντας για πανοφόρι ο Κωνσταντίνος ένα λευκό μπουρνούζι και ο Γεώργιος ένα μαύρο καπότο, παίρνουν κι ατοί το δρόμο, που επίσης γι’ αυτούς, ήταν χωρίς επιστροφή. Σε ένα σημείο της διαδρομής, λίγο πριν μπουν στην ευθεία του δρόμου που οδηγεί στην εκκλησία, οι Μαυρομιχάληδες με τους δύο συνοδούς φρουρούς τους, ερχόμενοι πίσω του, φθάνουν τον Κυβερνήτη με την ακολουθία του, τον χαιρετούν με σεβασμό και προσπερνώντας τον, συνεχίζουν την πορεία τους, φθάνοντας πριν από αυτόν στην εκκλησία.

Ο Κυβερνήτης πλησιάζει στα σκαλιά της εκκλησίας, προπορευόμενου τον γέροντα Γούτου, ο οποίος αναγγέλλει την προσέλευσή του, ακολουθούμενος σε απόσταση δύο βημάτων έχοντας πίσω δεξιά τον Κοζώνη και αριστερά τον Λεωνίδη.

Καθώς ανεβαίνει το πρώτο σκαλί, βγάζει το καπέλο του με τ’ αριστερό χέρι, προφανώς για να έχει το δεξί του ελεύθερο προκειμένου εισερχόμενος να κάνει το σταυρό του.

Αυτό που ακολούθησε, καθώς προκύπτει από τις μαρτυρίες των αυτόπτων μαρτύρων, όπως αυτές δημοσιεύτηκαν στα φύλλα της “Γενικής Εφημερίδας” – και οι οποίοι εξετάστηκαν από τις ανακριτικές αρχές του ειδικού στρατιωτικού δικαστηρίου που συγκροτήθηκε για να δικάσει τον Γεωργ. Μαυρομιχάλη, περισσότερο συσκοτίζουν παρά αποδεικνύουν αυτό που από τους ιστορικούς προβάλλεται ως η επίσημη εκδοχή, για το ποιοι υπήρξαν οι φυσικοί αυτουργοί της δολοφονίας.

Ακόμα και σήμερα δεν ξέρουμε πόσοι πυροβολισμοί έπεσαν και ποιοι εναντίον ποιων ακριβώς τους έριξαν. Έπεσαν δύο, τρεις ή ακόμα και τέσσερεις;

Το χτύπημα στη βουβωνική χώρα ποιος το κατάφερε και με τι είδους μαχαίρι; Η ύπαρξη δύο διαφορετικών ιατροδικαστικών εκθέσεων, με διαφορετική σύνθεση ιατρών παρουσιάζουν δύο διαφορετικές εικόνες για το μέγεθος του τραύματος, που το καθένα παραπέμπει σε διαφορετικό είδος μαχαιριού. Στα πειστήρια του εγκλήματος παρουσιάστηκε ένα μαχαιρίδιο κατάλληλο για να κόβεις το ψωμί, το οποίο βρέθηκε πάνω στον Κων/νο και όμως χρεώθηκε στον Γεώργιο για να δικαιολογηθεί το κτύπημα.

Παρ’ όλα αυτά τα σκοτεινά σημεία και υπάρχουν ακόμα πολλά, χάρη στις ομολογίες των τεσσάρων συγκατηγορουμένων φρουρών, αγνοώντας την αρχή ότι “ένοχος, ένοχον ού ποιεί” εδώ και δύο αιώνες η οικογένεια Μαυρομιχάλη φέρει το βαρύ στίγμα ενός φόνου, που έχει χαρακτηριστεί “πατροκτονία”.

Εγώ σήμερα εδώ δεν θέλω να προσθέσω γι’ αυτό το γεγονός τίποτε περισσότερο από τα λόγια του Πετρόμπεη που περιέχονται στην πολιτική Διαθήκη του, η οποία συντάχθηκε παραμονές Χριστουγέννων του 1842, λίγα χρόνια πριν τον θάνατό του – πέθανε το 1848 σε ηλικία 83 ετών.

… Εις τους Έλληνας ανήκει να φέρωσι κρίσιν περί του μεγάλου συμβάντος, το οποίο μετέβαλε την μορφήν των Ελληνικών πραγμάτων, εγώ δε υπέφερον νέον θερισμό εις την κολοβωθείσαν οικογένειά μου. Πάν ότι δύναμει να βεβαιώσω, και δε θέλω εύρει δυσκολίαν να πιστευθώ, είναι ότι έμαθον τον θάνατον του Καποδιστρίου μετά τον θάνατον αυτού, όταν ολιγώτερον επίστευσα ότι τόσον απότομος καταστροφή έμελλε να μεταβάλλει τας υποθέσεις και την φάσιν των ελληνικών πραγμάτων. Τι μέτρον ήθελον λάβει αν ο υιός μου κι ο αδελφός μου, εξεμυστηρεύοντο εος εμέ την συνομωσία των; Ήθελον ακούσει την φωνή της εκδικήσεως και του αυστηρού πατριωτισμού ή το γήρας αυτό και η θρησκεία ήθελον με αναγκάσει να λησμονήσω τον Άρχοντα δια να ελεήσω τον άνδρα;

Ιδού εξέταση σατανική δι εμέ και δια την οποίαν το κοινόν δεν θέλει έχει τόσον σκληράν περιέργειαν…”.

 

Απόψε παρουσία σας, ας επιτραπεί να εκφράσω την προσωπική μου κρίση ως Έλληνας πολίτης, όπως εντέλλεται ο σεβαστός πρόγονος και να πω:

Στο αίμα των θυμάτων αυτής της τραγωδίας – με την αρχαιοελληνική έννοια – πνίγηκε η ελπίδα για την συγκρότηση ενός κράτους στην υπηρεσία του Ελληνικού Έθνους. Δηλαδή ενός κράτους ικανού να οργανώσει την κοινή ζωή μας με τρόπο τέτοιο όπου η σύμπτωση εθνικής και πολιτιστικής ταυτότητας θα φανέρωνε στα παραγωγικά έργα των ανθρώπων του λαού μας, την ενεργό ιδιαιτερότητα της συλλογικότητάς του. Ενός λαού αφιλοσόφητου μεν και ακαλλιέργητου με την έννοια της κουλτούρας, αλλά ο οποίος στην πράξη του καθημερινού βίου αποδείκνυε έμπρακτα μέσα από την κοινή γλώσσα, την κοινή ορθόδοξη χριστιανική πίστη και λατρεία, τα ήθη και τον πλούτο των εθίμων του, ότι είναι γνήσιος φορέας του ενός και ενιαίου ελληνικού πολιτισμού με οικουμενική διάσταση, ικανός να σηκώσει και να μεταφέρει στο μέλλον μια πολιτιστική παράδοση τριών χιλιετιών.

[1]  Με την πράξη νομοθετικού περιεχομένου υπ’ αριθμ. 1747 /16 – Απρ. 1822, εξειδικεύονται οι διατάξεις του προηγούμενου Α΄ ψηφίσματος, τα “Τμήματα”, υποδιαιρούνται σε επαρχίες και συγκροτούν τον α΄ μετά την κεντρική Διοίκηση σε βαθμό της τοπικής αυτοδιοίκησης, οι δε επαρχίες διακρίνονται σε πρώτης και δεύτερης τάξεως, όπως προέβλεπαν τα άρθρα 2 και 3 σε συνδυασμό με τα 41 και 102 του Συντάγματος της Τροιζήνας, θεωρούμενες ως β΄ βαθμίδα τοπικής αυτοδιοίκησης. Με την ίδια πράξη ρυθμίζονται και τα της εκλογής των δημογερόντων των επαρχιών καθώς και τα της συγκροτήσεως της “Επαρχιακής Δημογεροντίας” στην οποία μετέχουν δύο ή τρεις εκλεγμένοι δημογέροντες της επαρχίας, ο Έκτακτος επίτροπος του τμήματος και οι δημογέροντες της πρωτεύουσας της επαρχίας.

 

 

[2] Η κατάθεσή του ελήφθηκε κατά την προανάκριση για τη δίκη του Γεωργίου Μαυρομιχάλη, στην οποία ως αυτήκοος μάρτυς της σκηνής που περιγράφει, δηλώνει όταν τον ερωτά ο διοικητής Αξελός αν άκουσε καμία φορά να συνομιλεί ο γέρος Πετρόμπεης με τον υιό του: «Μιαν ημέραν, ενώ επερνούσε ο Πετρόμπεης με τέσσερις στρατιώτες, επέρασε κάτω από το σπίτι των Μπεηζαδέδων και φώναξε «Βρε παιδιά» και όταν εβγήκαν από το παράθυρον τους είπε «Τι κάνετε; Τι κάνει η νύφη μου;» (ρώτησε γι ‘α υτήν, διότι ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί). Και αφού τον απεκρίθησαν «Καλά», τους είπε: «Ησυχάστε, επειδή σε 4-5 ημέρες θέλωμεν ανταμωθεί όλοι». (Ελπίζω να μην πιστεύει κανείς ότι εννοούσε πως σε 4-5 μέρες θα αντάμωναν όλοι τους στη φυλακή). Τούτο δε έγινε προ τριών ή τεσσάρων ημερών πριν της Κυριακής».

Συνεχίζεται (αύριο το τελευταίο μέρος)


  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν είναι απαραίτητο ότι εκφράζουν και τις θέσεις της ΠΡΩΙΝΗΣ.
  • Απαγορεύεται-με βάσει το ομοσπονδιακό Αμερικανικό Δίκαιο, τις ευρωπαϊκές διατάξεις και την αντίστοιχη ελληνική νομοθέσια η αναδημοσίευση ή αναπαραγωγή του άρθρου(ανάλυσης, ρεπορτάζ, κτλ) από άλλες ιστοσελίδες(blog, social media, facebook, etc) χωρίς έγγραφη άδεια.
  • Επιτρέπεται η διακίνηση (via e mail) του άρθρου MONON με την προσθήκη ενεργού link.

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

You may also like

Μονόδρομος η αντίσταση!

Έλληνες! Του Νίκου Ιγγλέση