Stratfor: Σε τεντωμένο σκοινί ο Νετανιάχου

by | Nov 19, 2023 | Archive, Αναλύσεις

BREAKING News

“Για το Ισραήλ, η ικανοποίηση των αιτημάτων της Παλαιστινιακής Αρχής για διακυβέρνηση της Γάζας μπορεί να προκαλέσει νέα πολιτική κρίση” επισημαίνει η αμερικανική εταιρεία γεωπολιτικών αναλύσεων.

Η ισραηλινή κυβέρνηση θα αντιμετωπίσει αυξανόμενη εσωτερική και διεθνή πίεση για να εκπληρώσει τους όρους της ΠΑ για την επίλυση της κυβερνητικής κρίσης στη Λωρίδα της Γάζας. Με αυτόν, ωστόσο, τον τρόπο, μπορεί να αποσταθεροποιηθεί, ανοίγοντας τον δρόμο για πρόωρες εκλογές. Σε ομιλία του στις 10 Νοεμβρίου, ο πρόεδρος της ΠΑ, Μαχμούντ Αμπάς είπε ότι η ΠΑ ενδέχεται να αναλάβει τις κυβερνητικές ευθύνες της Λωρίδας της Γάζας μόλις ο ισραηλινός στρατός απομακρύνει τη Χαμάς από την εξουσία, αλλά μόνο εάν το Ισραήλ δεσμευτεί σε μια ειρηνευτική διαδικασία που θα ίδρυε κράτος με βάση τα σύνορα του 1967, και με πρωτεύουσα την Ανατολική Ιερουσαλήμ. Ήταν η πρώτη φορά, μετά την 7η Οκτωβρίου που ο Αμπάς είπε ρητά ότι η ΠΑ μπορεί να αναλάβει κυβερνητικό ρόλο στη λωρίδα. Οι δηλώσεις του έρχονται επίσης λίγες μέρες αφότου ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Νετανιάχου προκάλεσε διπλωματικές αντιδράσεις, λέγοντας ότι η χώρα του μπορεί να ανακαταλάβει μόνιμα την περιοχή. Αν και δεν υπήρξε άμεση αντίδραση, ούτε από τις ΗΠΑ, ούτε από το Ισραήλ στην ομιλία του Αμπάς, μέσα ενημέρωσης αναφέρουν ότι η Ουάσιγκτον διερευνά ενεργά τρόπους για να επαναφέρει την Παλαιστινιακή Αρχή στη Λωρίδα της Γάζας.

Η επιστροφή της Παλαιστινιακής Αρχής είναι το πιο βιώσιμο σχέδιο για μετά τη σύγκρουση για τη Λωρίδα της Γάζας, δεδομένων των περιορισμών για άλλες πιθανές λύσεις. Μπορεί να στερείται πολιτικής νομιμότητας μεταξύ των απλών Παλαιστινίων, αλλά οι δυνάμεις ασφαλείας της παραμένουν σχετικά αποτελεσματικές στη Δυτική Όχθη και πολλοί από τους βασικούς θεσμούς της, όπως η προεδρία, εκτελούν τις βασικές τους λειτουργίες. Στο μεταξύ, άλλα πιθανά σχέδια αντιμετωπίζουν δύσκολους περιορισμούς σε επίπεδο ασφαλείας, διπλωματικό ή πολιτικό. Μέχρι στιγμής, δημοσιεύματα αναφέρουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και άλλες περιφερειακές δυνάμεις έχουν διερευνήσει τη δυνατότητα μιας κοινής περιφερειακής δύναμης ασφαλείας στη Γάζα και μιας πιθανής ειρηνευτικής δύναμης, πιθανώς υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών. Ορισμένα μέλη της ισραηλινής κυβέρνησης πρότειναν επίσης στο Ισραήλ να ανακαταλάβει μόνιμα τη λωρίδα. Ωστόσο, η προοπτική μιας διεθνούς δύναμης ασφαλείας αντιμετωπίζει ήδη διπλωματικά εμπόδια. Στις 9 Νοεμβρίου, ο πρόεδρος της Αιγύπτου Αμπντέλ Φατάχ αλ-Σίσι δήλωσε ότι η χώρα του δεν θα λάβει μέρος σε μια περιφερειακή δύναμη ασφαλείας στη Γάζα. Και ενώ ο Τούρκος Πρόεδρος Ερντογάν έχει πει ότι θα υποστήριζε την ανάπτυξη Τούρκων ειρηνευτικών δυνάμεων στη λωρίδα, δεν είναι σαφές πώς μια τέτοια δύναμη θα λειτουργούσε μπροστά σε μια πιθανής έξαρση βίας. Επιπρόσθετα, οι ειρηνευτικές αποστολές των Ηνωμένων Εθνών είχαν μια περιστασιακή επιτυχία στην περιοχή, ιδιαίτερα ως προς τη διατήρηση της ειρήνης μεταξύ του Ισραήλ και των μαχητών. Από την ανάπτυξή τους το 1978, η Προσωρινή Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών για τον Λίβανο (UNIFIL), για παράδειγμα, αποτυγχάνει συνεχώς να αποτρέψει τη βία μεταξύ των ισραηλινών αμυντικών δυνάμεων (IDF) και της υποστηριζόμενης από το Ιράν λιβανέζικης μαχητικής οργάνωσης Χεζμπολάχ, συμπεριλαμβανομένου και του πολέμου το 2006, καθώς και τις διάφορες συνοριακές συγκρούσεις. Τέλος, μια μόνιμη ισραηλινή κατοχή της λωρίδας θα απαιτούσε αρκετά μεγάλο αριθμό στρατευμάτων για να διατηρήσουν τον έλεγχο των 2,1 εκατομμυρίων Παλαιστινίων που ζουν εκεί και, η οποί με την πάροδο του χρόνου, πιθανότατα θα γινόταν πολύ αντιδημοφιλής στους Ισραηλινούς ψηφοφόρους.

Η κυβέρνηση Νετανιάχου πιθανότατα θα δυσκολευτεί να ανταποκριθεί στις εσωτερικές και διεθνείς απαιτήσεις για την επιστροφή της ΠΑ στη διακυβέρνηση της Γάζας, κυρίως λόγω της μεγάλης εξάρτησής της από ακροδεξιές φατρίες. Με μόνο 64 έδρες στην Κνεσέτ των 120 εδρών, η μικρή πλειοψηφία της κυβέρνησης Νετανιάχου την κάνει να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την στήριξη των ακροδεξιών μελών της, συμπεριλαμβανομένου του Θρησκευτικού Σιωνισμού και του Otzma Yehudit. Οι ηγέτες αυτών των δύο κομμάτων — Bezalel Smotrich και Itamar Ben Gvir, αντίστοιχα — πίεσαν πολύ (και χωρίς συγγνώμη) για επέκταση των εποικισμών στη Δυτική Όχθη. Επίσης, τάσσονται υπέρ της εκδίωξης των Παλαιστινίων από τη Γάζα, ώστε η περιοχή να επανεγκατασταθεί από Εβραίους εποίκους, κάτι που θα καταστήσει αδύνατη τη συμφωνία με τους όρους της Παλαιστινιακής Αρχής για την εκ νέου ανάληψη του ελέγχου της Λωρίδας της Γάζας μόλις τελειώσει ο πόλεμος. Οι Smotrich και Ben Gavir έχουν εκφράσει ανοιχτά την περιφρόνησή τους για τη διεθνή αντίδραση έναντι στους ιδεολογικούς τους στόχους για την επέκταση των ισραηλινών εποικισμών στα παλαιστινιακά εδάφη, και επομένως είναι απίθανο να παραιτηθούν από τις θέσεις τους εν μέσω νέων πιέσεων για επίτευξη συμφωνίας με την ΠΑ για το πολιτικό μέλλον της Γάζας. Αυτό θα περιορίσει σοβαρά το περιθώριο συμβιβασμού της ισραηλινής κυβέρνησης, επειδή η εύθραυστη πλειοψηφία της σημαίνει ότι εάν τυχόν διαφωνίες αναφορικά με τη Γάζα αναγκάσουν τις ακροδεξιές φατρίες να αποχωρήσουν από τον συνασπισμό, θα μπορούσε να καταρρεύσει η κυβέρνηση του Νετανιάχου, τερματίζοντας ενδεχομένως τη μακρόχρονη πολιτική του καριέρα.

Η ανάγκη της κυβέρνησής της να κατευνάσει την ακροδεξιά πιθανότατα θα αναγκάσει το Ισραήλ να ξανακαταλάβει τη Λωρίδα της Γάζας για κάποιο χρονικό διάστημα μόλις τελειώσει ο πόλεμος, κάτι που δεν θα είναι αρεστό στο Ισραήλ. Η πλειοψηφία των Ισραηλινών πολιτών και νομοθετών δεν επιθυμεί την ανακατάλψη της Γάζας, λόγω του στρατιωτικού, οικονομικού και διπλωματικού κόστους που συνεπάγεται αυτό. Πράγματι, πριν από τον σημερινό πόλεμο, μόνο δεξιοί και ακροδεξιοί πολιτικοί (όπως ο Smotrich και ο Ben Gavir) υποστήριζαν την εκ νέου κατάληψη της λωρίδας για ιδεολογικούς λόγους και λόγους ασφαλείας. Ωστόσο, εν μέσω πίεσης από τις ακροδεξιές φατρίες της, η ισραηλινή κυβέρνηση δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να επιδιώξει μια τέτοια κίνηση μετά τον πόλεμο, η οποία πιθανότατα θα περιλαμβάνει εκτεταμένη στρατιωτική παρουσία με υψηλές ισραηλινές απώλειες. Το αυξανόμενο κόστος μιας τέτοιας κίνησης πιθανότατα θα πυροδοτήσει εσωτερικές αντιδράσεις, ωθώντας τους Ισραηλινούς νομοθέτες να απαιτήσουν από την κυβέρνηση να βρει μια στρατηγική εξόδου. Ωστόσο, χωρίς διεθνή επιλογή, η ικανότητα του Ισραήλ να αποσυρθεί από τη Γάζα θα στηριζόταν στο ότι η ΠΑ θα αναλάβει τουλάχιστον ορισμένες ευθύνες ως προς την ασφάλεια, αφήνοντας και πάλι την κυβέρνηση Νετανιάχου σε δύσκολη θέση όσον αφορά την εξεύρεση λύσης που δεν ενοχλεί τα ακροδεξιά μέλη της.

Εάν η ισραηλινή κυβέρνηση αρνηθεί να βρει τρόπο να επαναφέρει την ΠΑ στη Λωρίδα της Γάζας, η αυξανόμενη πολιτική αντίδραση θα μπορούσε τελικά να οδηγήσει ορισμένους κεντροδεξιούς βουλευτές να εγκαταλείψουν τον συνασπισμό, οδηγώντας σε πρόωρες εκλογές. Αντίθετα, εάν ο Νετανιάχου καταλήξει σε συμφωνία με την ΠΑ, θα μπορούσαν επίσης να προκληθούν εκλογές, πιέζοντας τους ακροδεξιούς βουλευτές να αποχωρήσουν από την κυβέρνησή του. Ορισμένα μέλη του κόμματος Λικούντ του Νετανιάχου ανησυχούν ήδη για το πολιτικό τους μέλλον, δεδομένης της αντιδημοφιλίας της κυβέρνησης λόγω της αποτυχίας της να εντοπίσει την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου και, πριν από αυτό, της αμφιλεγόμενης ώθησής της για αναθεώρηση του ισραηλινού δικαστικού συστήματος μέσω σαρωτικών μεταρρυθμίσεων. Οι βουλευτές του Likud πιθανότατα θα αναζητήσουν κεντροδεξιά πρόσωπα, όπως ο υπουργός Άμυνας Yoav Gallant για καθοδήγηση σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης αυτών των προκλήσεων. Στο μεταξύ, ο Gallant – όπως και το μεγαλύτερο μέρος του στρατιωτικού κατεστημένου – πιθανότατα θα αντιταχθεί σε μια μόνιμη κατάληψη της Λωρίδας της Γάζας για να κατευνάσει την ακροδεξιά. Ο ίδιος ή μέλη σαν αυτόν μπορεί να αποφασίσουν να αποχωρήσουν από την κυβέρνηση εάν αυτή η προοπτική φανεί πιθανή. Ωστόσο, εάν ο Νετανιάχου αποφασίσει να κατευνάσει τη διεθνή γνώμη και να ξεκινήσει συνομιλίες με την ΠΑ, σχετικά με τη διακυβέρνηση της Γάζας, η ακροδεξιά μπορεί να αποφασίσει να εγκαταλείψει τον συνασπισμό του για να καταρρεύσει την κυβέρνηση και να αναγκάσει την διεξαγωγή πρόωρων εκλογών, σε μια προσπάθεια να υπονομεύσει αυτές τις συνομιλίες και να δει αν μπορεί να φέρει στην εξουσία μια άλλη δεξιά κυβέρνηση που θα δεσμευόταν την απόρριψη της λύσης των δύο κρατών.

Υπεύθυνη Διαχείρισης: Δέσποινα Συριοπούλου

Δημοσιεύθηκε στον ΤτΚ στις 19/11

Breaking News